OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Τεχνητή νοημοσύνη στην ιατρική: Γιατί το Claude της Anthropic δεν ανακάλυψε αντίδοτο για το δηλητήριο σκορπιού

Η υπόσχεση ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να φέρει επανάσταση στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον στην παγκόσμια βιομηχανία τεχνολογίας. Ωστόσο, ένα πρόσφατο πείραμα που πραγματοποίησε η επενδυτική εταιρεία αναλύσεων Citrini Research σε συνεργασία με την Anthropic κατέδειξε περίτρανα τα όρια των σημερινών γλωσσικών μοντέλων, αποδεικνύοντας ότι η απόσταση ανάμεσα στον αλγοριθμικό σχεδιασμό και σε ένα πραγματικό φάρμακο παραμένει τεράστια.
Το πείραμα των 200.000 δολαρίων και η παρέμβαση της Anthropic
Η ομάδα της Citrini Research, χωρίς να διαθέτει προηγούμενη εξειδίκευση στη βιολογία, αποφάσισε να διαπιστώσει εάν μια ακυκλοφόρητη έκδοση του Claude θα μπορούσε να δημιουργήσει από το μηδέν ένα αντίδοτο για το δηλητήριο του σκορπιού. Η επιλογή αυτής της θεραπείας βασίστηκε στο γεγονός ότι τα παραδοσιακά αντίδοτα είναι εξαιρετικά δαπανηρά και απαιτούν περίπλοκες διαδικασίες, όπως την έγχυση δηλητηρίου σε άλογα για την παραγωγή αντισωμάτων.
Για να προχωρήσει το εγχείρημα, η ερευνητική ομάδα απευθύνθηκε στην Anthropic, καθώς προσέκρουσε στις δικλίδες βιοασφάλειας του μοντέλου. Η εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης δέχθηκε να άρει τους περιορισμούς, παραχωρώντας πρόσβαση σε προηγμένο μοντέλο στα γραφεία της και αναλαμβάνοντας το υπολογιστικό κόστος, το οποίο προσέγγισε τις 50.000 δολάρια. Με τη χρήση ενός εκτενούς prompt 35 σελίδων και περίπου 300 υπο-πρακτόρων (subagents), το Claude παρήγαγε σχεδόν 320.000 υποψήφιες πρωτεΐνες, καταλήγοντας έπειτα από 64 ώρες σε 211 σχέδια που θα μπορούσαν θεωρητικά να δεσμεύσουν τις τοξίνες του σκορπιού.

Εργαστηριακές δοκιμές: Η διαφορά μεταξύ σύνδεσης και εξουδετέρωσης
Στη συνέχεια, τα σχέδια απεστάλησαν στα εργαστήρια των Adaptyv Bio και Twist Biosciences για πειραματικό έλεγχο, μια διαδικασία που κόστισε επιπλέον 150.000 δολάρια. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι 17 πρωτεΐνες κατάφεραν να συνδεθούν με τέσσερις από τις πέντε στοχευμένες τοξίνες. Ωστόσο, καμία πρωτεΐνη δεν συνδέθηκε με περισσότερες από μία τοξίνες ταυτόχρονα.
Το σημαντικότερο σημείο, όπως παραδέχεται και η ίδια η ερευνητική ομάδα, είναι ότι η ικανότητα μιας πρωτεΐνης να προσδένεται σε μια τοξίνη δεν συνεπάγεται την εξουδετέρωσή της. Δεν πραγματοποιήθηκε κανένας βιολογικός έλεγχος που να αποδεικνύει ότι τα μόρια αυτά αναστέλλουν πράγματι τη δράση του δηλητηρίου, πόσο μάλλον ότι είναι ασφαλή για ανθρώπινη χορήγηση.
Οι προειδοποιήσεις των ειδικών για την πρόωρη ευφορία
Κορυφαίοι ερευνητές εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τον τρόπο παρουσίασης των αποτελεσμάτων. Ο Αντρέας Χόουγκορντ Λάουστσεν-Κιλ, καθηγητής τεχνολογιών αντισωμάτων στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας, σημείωσε ότι η εύρεση ενός μορίου που συνδέεται με μια τοξίνη αποτελεί το σχετικά «εύκολο» κομμάτι, ενώ η μετατροπή του σε ασφαλές φάρμακο είναι η πραγματική πρόκληση.
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι ερευνήτριες Μελίσα Μπερνάρντ Βάγιε και Αν Λιούνγκαρς υπογράμμισαν ότι τα ευρήματα απέχουν πολύ από ένα λειτουργικό φάρμακο, χαρακτηρίζοντας τις προσδοκίες υπερβολικές. Κατά τους επιστήμονες, το πραγματικά καινοτόμο στοιχείο του πειράματος ήταν η αυτοματοποιημένη διαδικασία ανακάλυψης και όχι το ίδιο το βιολογικό αποτέλεσμα, το οποίο απαιτεί χρόνια κλινικών δοκιμών προτού χαρακτηριστεί θεραπεία.
























