ΕΛΣΤΑΤ: Ένας στους τρεις εργαζόμενους δυσκολεύεται να ισορροπήσει επαγγελματική και οικογενειακή ζωή

Σοβαρές δυσκολίες στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ επαγγελματικών υποχρεώσεων και οικογενειακής μέριμνας καταγράφουν τα νέα δεδομένα της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα πρόσφατης έρευνας, ένας στους τρεις εργαζόμενους στη χώρα δηλώνει ότι αντιμετωπίζει σημαντικό πρόβλημα στον συνδυασμό της καθημερινής εργασίας με τη φροντίδα παιδιών ή εξαρτώμενων μελών, με τη μεγαλύτερη πίεση να επιμερίζεται δυσανάλογα στις γυναίκες.

Οι βασικές αιτίες: Εξαντλητικά ωράρια και απαιτητικές συνθήκες

Όπως αποτυπώνεται στα ευρήματα της έρευνας, η κυριότερη αιτία της αδυναμίας εξισορρόπησης επαγγελματικής και προσωπικής ζωής είναι οι πολλές ώρες απασχόλησης, παράγοντας που επικαλείται το 34,9% των συμμετεχόντων. Ακολουθεί η ιδιαίτερα απαιτητική ή εξαντλητική φύση της θέσης εργασίας με ποσοστό 27%, ενώ παράγοντες όπως τα απρόβλεπτα προγράμματα και ο παρατεταμένος χρόνος μετακίνησης επιβαρύνουν επιπλέον την καθημερινότητα στο 13% και 12,9% των περιπτώσεων αντίστοιχα.

Συνολικά, υποχρεώσεις φροντίδας δηλώνει ότι έχει το 29,8% του πληθυσμού. Το βάρος αυτό πέφτει πρωτίστως στη φροντίδα τέκνων (25,7%), ενώ ένα μικρότερο ποσοστό αφορά αποκλειστικά ενήλικες ασθενείς ή άτομα με αναπηρία (3,2%). Το πρόβλημα εμφανίζεται πιο οξύ στις γυναίκες (31,9% έναντι 27,6% στους άνδρες), στα άτομα παραγωγικής ηλικίας 35-44 ετών (όπου το ποσοστό εκτοξεύεται στο 65,7%) και στους ενεργά απασχολούμενους (35,2%).

Δημογραφικά χάσματα και έλλειψη χρήσης οικογενειακών αδειών

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ποιοτικά στοιχεία αναφορικά με τη σύνθεση της οικογένειας και την εργασιακή κατάσταση. Στο σύνολο του πληθυσμού ηλικίας 18-54 ετών, ο μέσος όρος ανατροφής διαμορφώνεται σχεδόν στο ένα παιδί ανά άτομο. Ωστόσο, εμφανείς είναι οι αποκλίσεις: στις ημιαστικές περιοχές ο δείκτης φτάνει το 1,26, ενώ στο Πολεοδομικό Συγκρότημα Αθηνών υποχωρεί στο 0,81.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα ανατρέφουν κατά μέσο όρο περισσότερα παιδιά σε σύγκριση με εκείνους του ιδιωτικού τομέα (1,48 έναντι 1,07), γεγονός που αντικατοπτρίζει τις διαφορές στο καθεστώς εργασιακής ασφάλειας. Εντυπωσιακό παραμένει το εύρημα ότι η πλειονότητα όσων έχουν αναθρέψει παιδιά και εργάζονται ή είχαν εργαστεί (59,9%) δεν έκανε ποτέ χρήση κάποιας μορφής οικογενειακής άδειας κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής του πορείας.

Χαμηλά ποσοστά χρήσης δομών και υποδομών φροντίδας

Όσον αφορά την αναζήτηση υποστήριξης, η συντριπτική πλειονότητα των γονέων με παιδιά κάτω των 15 ετών (67,9%) δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί εξωτερικές υπηρεσίες φροντίδας, όπως βρεφονηπιακούς σταθμούς, ολοήμερα σχολεία ή επιμέλεια από τρίτα πρόσωπα. Η τάση αυτή είναι εντονότερη στους ανέργους και στους νέους γονείς 18-24 ετών.

Ως βασικός λόγος για τη μη χρήση υπηρεσιών προβάλλεται από το 47,6% η επιθυμία να φροντίζουν τα παιδιά οι ίδιοι ή οι σύντροφοί τους, επιλογή που υποστηρίζεται συχνά από την άτυπη βοήθεια συγγενών και του ευρύτερου οικογενειακού δικτύου. Παράλληλα, περίπου ένας στους δέκα (9,6%) αναφέρει εγγενή προβλήματα στις παρεχόμενες υπηρεσίες, εστιάζοντας πρωτίστως στο υψηλό οικονομικό κόστος (5,6%) και στη μη διαθεσιμότητα θέσεων ή δομών (3%).

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom