Ελκώδης κολίτιδα: Γιατί οι διατροφικές απαγορεύσεις δεν λύνουν το πρόβλημα – Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα

Χιλιάδες ασθενείς που πάσχουν από Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσους του Εντέρου (ΙΦΝΕ), όπως η ελκώδης κολίτιδα και η νόσος του Κρον, έρχονται συχνά αντιμέτωποι με έντονα γαστρεντερικά συμπτώματα –αέρια, φούσκωμα και κοιλιακό άλγος– μετά την κατανάλωση γαλακτοκομικών προϊόντων ή τροφίμων με γλουτένη. Το παράδοξο είναι πως οι ενοχλήσεις αυτές επιμένουν ακόμα και όταν η νόσος βρίσκεται κλινικά σε πλήρη ύφεση. Μια νέα πρωτοποριακή μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο έγκριτο επιστημονικό περιοδικό Gastroenterology, ρίχνει φως στους βιολογικούς μηχανισμούς πίσω από το φαινόμενο, αποδεικνύοντας ότι η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στο εντερικό μικροβίωμα.

Ο ρόλος του μικροβιώματος στη διάσπαση των τροφών

Σύμφωνα με τα ευρήματα της ερευνητικής ομάδας του Πανεπιστημίου ΜακΜάστερ στον Καναδά, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή Ιατρικής Αλμπέρτο Καμινέρο Φερνάντες, η χρόνια εντερική φλεγμονή φαίνεται πως αποδεκατίζει συγκεκριμένους πληθυσμούς ωφέλιμων βακτηρίων. Αυτοί οι μικροοργανισμοί είναι απαραίτητοι για τη διάσπαση πρωτεϊνών όπως η γλουτένη του σιταριού και οι πρωτεΐνες του γάλακτος.

Σε προκλινικά πειράματα με ποντίκια, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι η έλλειψη των συγκεκριμένων βακτηρίων οδήγησε σε έντονη υπερευαισθησία, ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος και επιδείνωση της φλεγμονής κατά την κατανάλωση αυτών των τροφών. Αντίθετα, η εργαστηριακή αποκατάσταση των ελλειπόντων μικροοργανισμών ανέστειλε τις ανεπιθύμητες ανοσολογικές αντιδράσεις, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για μελλοντικές στοχευμένες θεραπείες μέσω προβιοτικών.

Το 85% των ασθενών αναφέρει τροφικές δυσανεξίες

Στο δεύτερο σκέλος της μελέτης εξετάστηκαν 104 ασθενείς με ΙΦΝΕ σε ύφεση (58 με νόσο του Κρον και 46 με ελκώδη κολίτιδα) σε σύγκριση με 44 υγιείς εθελοντές. Τα αποτελέσματα ήταν αποκαλυπτικά: περίπου το 85% των ατόμων με χρόνια εντερική φλεγμονή ανέφερε δυσανεξία σε τουλάχιστον τρεις κατηγορίες τροφίμων, σε σχέση με μόλις 33% στην ομάδα ελέγχου. Οι κυριότεροι «ένοχοι» ήταν τα γαλακτοκομικά, το σιτάρι, οι ξηροί καρποί, η καφεΐνη και οι φυτικές ίνες.

Η ανάλυση των δειγμάτων έδειξε ότι οι πάσχοντες είχαν σημαντικά μειωμένη μικροβιακή ποικιλομορφία και μειωμένη φυσιολογική ικανότητα πέψης των πρωτεϊνών του γάλακτος. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί οι ασθενείς ταλαιπωρούνται ακόμα και όταν οι αιματολογικές ή ενδοσκοπικές εξετάσεις δείχνουν ότι η φλεγμονή έχει τεθεί υπό έλεγχο.

Γιατί οι τυφλοί διατροφικοί περιορισμοί εγκυμονούν κινδύνους

Παρά τα ενθαρρυντικά δεδομένα, ο γαστρεντερολόγος Ντέιβιντ Ντουλέινι υπογραμμίζει πως απαιτούνται περαιτέρω κλινικές δοκιμές πριν προκύψουν σαφείς θεραπευτικές οδηγίες. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ο αυθαίρετος αποκλεισμός ολόκληρων διατροφικών ομάδων μπορεί να αποβεί επικίνδυνος, οδηγώντας σε σοβαρές ελλείψεις θρεπτικών συστατικών και υποσιτισμό.

Η ιατρική κοινότητα συνιστά στους πάσχοντες να τηρούν καθημερινό ημερολόγιο καταγραφής γευμάτων και συμπτωμάτων και να συμβουλεύονται εξειδικευμένο γαστρεντερολόγο ή κλινικό διαιτολόγο. Πριν αποφασιστεί η αφαίρεση της γλουτένης ή των γαλακτοκομικών, πρέπει πάντα να αποκλείονται καταστάσεις όπως η κοιλιοκάκη ή κλασικές τροφικές αλλεργίες, διασφαλίζοντας παράλληλα μια επαρκή και ισορροπημένη διατροφή.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom