Κωνσταντίνος Τασούλας για Γλυπτά του Παρθενώνα: «Η επανένωση θα είναι μια χειρονομία τεράστιας σημασίας»

Ισχυρό μήνυμα για την οριστική επιστροφή και επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα απηύθυνε ο Κωνσταντίνος Τασούλας, κατά τη διάρκεια ομιλίας του στη Βρετανική Σχολή Αθηνών. Με φόντο τη διαχρονική σχέση της Ελλάδας με την ευρωπαϊκή αρχαιολογική κοινότητα, υπογράμμισε με έμφαση πως το κορυφαίο μνημείο της κλασικής αρχαιότητας δεν μπορεί να παραμένει διαμελισμένο και αποστερημένο από τα αρχιτεκτονικά του μέλη.

Το μήνυμα για την επανένωση των Γλυπτών και τη δυτική σκέψη

Κατά την τοποθέτησή του, ο κ. Τασούλας ανέδειξε τον συμβολισμό και τη βαρύτητα που φέρει η αποκατάσταση της ακεραιότητας του μνημείου. «Η επανένωση των Γλυπτών του Παρθενώνα θα είναι μια χειρονομία με πολύ μεγάλη σημασία», ανέφερε χαρακτηριστικά, καλώντας το διεθνές ακροατήριο να αναλογιστεί το ιστορικό και πολιτιστικό μέγεθος μιας τέτοιας πράξης δικαιοσύνης.

Παράλληλα, συνέδεσε ευθέως το ζήτημα με τις θεμελιώδεις αξίες της ευρωπαϊκής ηπείρου, επισημαίνοντας: «Αν δεχτούμε ότι ο Παρθενώνας είναι ο φάρος του ευρωπαϊκού πνεύματος και της δυτικής σκέψης, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε ότι πρέπει να παραμείνει επ’ αόριστον χωρίς τα Γλυπτά του».

Από την ιδιοποίηση του 19ου αιώνα στη σύγχρονη επιστημονική δεοντολογία

Πραγματοποιώντας μια εμπεριστατωμένη ιστορική αναδρομή, ο Κωνσταντίνος Τασούλας στάθηκε στη ριζική μεταβολή που συντελέστηκε στην αρχαιολογική αντίληψη στο πέρασμα των αιώνων. Όπως υπενθύμισε, κατά τον 19ο αιώνα η αρχαιολογία συνοδευόταν συχνά από πρακτικές συλλογής, εξαγωγής και ιδιοποίησης αρχαιοτήτων.

Αντιθέτως, στον 20ό και τον 21ο αιώνα, η διεθνής επιστημονική κοινότητα σε συνεργασία με την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία διαμόρφωσε μια σύγχρονη ηθική και επιστημονική αρχή: τα αρχαιολογικά ευρήματα ανήκουν στον τόπο τους, η έρευνα οφείλει να διεξάγεται με απόλυτη διαφάνεια και η τεκμηρίωση συνιστά πράξη ευθύνης απέναντι στην παγκόσμια κοινή γνώμη.

Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρθηκε και στις πρώτες θεσμικές προσπάθειες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους για τη διαφύλαξη της κληρονομιάς του, ξεκινώντας από το Σύνταγμα της Τροιζήνας το 1827 με τη ρητή απαγόρευση εκποίησης αρχαιοτήτων, την ίδρυση του πρώτου μουσείου στην Αίγινα το 1829, τη σύσταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας το 1833 και τη θέσπιση του αρχαιολογικού νόμου το 1834.

Οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές ως γέφυρες γνώσης και μνήμης

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στη συμβολή των ξένων Αρχαιολογικών Σχολών, οι οποίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αναπτύχθηκαν σημαντικά, φτάνοντας σήμερα τις 19 στην Ελλάδα. Ο κ. Τασούλας τις χαρακτήρισε «κιβωτούς γνώσης και εμπειρίας», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για έναν θεσμό που ξεκίνησε από το κίνημα του φιλελληνισμού, ωρίμασε μέσα από την επιστημονική μεθοδολογία και πλέον λειτουργεί ως παγκόσμια κοινότητα μνήμης.

Κλείνοντας την ομιλία του, τόνισε ότι η κλασική παρακαταθήκη παραμένει οικουμενικό ιδεώδες και μήτρα της ευρωπαϊκής ταυτότητας, υπογραμμίζοντας πως «έχουμε σήμερα στο χέρι μας όλα τα υλικά για τη δημιουργία του μέλλοντος, γιατί οι σπόροι του μέλλοντος βρίσκονται μέσα στη μνήμη του χθες».

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom