OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Διπλωματικό θρίλερ στην Τεχεράνη: Στο Ιράν ο Πακιστανός στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ προ της αμερικανικής οικονομικής «D-Day»

Σε μια εξαιρετικά κρίσιμη καμπή για τη γεωπολιτική σταθερότητα στη Μέση Ανατολή, ο αρχηγός του στρατού του Πακιστάν, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, πραγματοποιεί έκτακτη επίσκεψη στην Τεχεράνη. Η άφιξη του Πακιστανού αξιωματούχου τη Δευτέρα συμπίπτει χρονικά με την προαναγγελθείσα «οικονομική D-Day» των ΗΠΑ, η οποία αναμένεται να αποτελέσει τη μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον της ιρανικής οικονομίας, απειλώντας να παρασύρει τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Ο ρόλος-κλειδί του Ασίμ Μουνίρ και η μεσολάβηση με την Ουάσιγκτον
Η επίσκεψη του Ασίμ Μουνίρ στην ιρανική πρωτεύουσα δεν θεωρείται τυχαία. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές και ιρανικά μέσα ενημέρωσης, ο Πακιστανός στρατάρχης αναμένεται να συναντηθεί με πρόσωπα που βρίσκονται πολύ κοντά στον Μοτζταμπά Χαμενεΐ. Το Πακιστάν ανακοίνωσε επίσημα ότι η επίσκεψη εντάσσεται στο πλαίσιο των προσπαθειών για την «προώθηση της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας» και την αποκλιμάκωση των εντάσεων.
Ωστόσο, το παρασκήνιο είναι πολύ πιο έντονο. Πληροφορίες που επικαλείται το Reuters αναφέρουν ότι ο Ασίμ Μουνίρ, ο οποίος διατηρεί στενή προσωπική σχέση με τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, είχε τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του πριν ταξιδέψει στην Τεχεράνη. Η κίνηση αυτή ερμηνεύεται από αναλυτές ως μια προσπάθεια δημιουργίας ενός διαύλου επικοινωνίας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την ηγεσία του Ιράν, λίγο πριν η κατάσταση ξεφύγει από κάθε διπλωματικό έλεγχο.
Η αμερικανική οικονομική «D-Day» και οι απειλές για τα Στενά του Ορμούζ
Η επίσκεψη πραγματοποιείται υπό τη βαριά σκιά των νέων, εξαιρετικά αυστηρών κυρώσεων που ετοιμάζουν οι ΗΠΑ. Ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών, Σκοτ Μπέσεντ, προανήγγειλε μέσω άρθρου του στους Financial Times μια πρωτοφανή οικονομική επίθεση. «Με την αυγή αρχίζει μια οικονομική D-Day – η μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική επίθεση που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον ενός αντιπάλου», έγραψε χαρακτηριστικά, προειδοποιώντας παράλληλα και τρίτες χώρες που συνεχίζουν να συναλλάσσονται με το Ιράν.
Ο Σκοτ Μπέσεντ κάλεσε ανοιχτά την Κίνα να συνεργαστεί με τις ΗΠΑ, υπενθυμίζοντας ότι ιστορικά το ήμισυ των εισαγωγών πετρελαίου της χώρας προέρχεται από τον Κόλπο. Οι αγορές ήδη αντιδρούν νευρικά, με τις τιμές του πετρελαίου να καταγράφουν πτώση άνω του ενός δολαρίου το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές σπεύδουν να κατοχυρώσουν κέρδη ενόψει των επίσημων ανακοινώσεων της Ουάσινγκτον.
Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση και εξαιρετικά σκληρή. Ο Μοχσέν Ρεζαΐ, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας του Ιράν, ξεκαθάρισε ότι εάν συνεχιστεί ο οικονομικός πόλεμος, το Ιράν θα απαντήσει με πλήρη αποκλεισμό. «Ούτε μία σταγόνα πετρελαίου δεν θα εξάγεται, ούτε μέσω των Στενών του Ορμούζ ούτε από οποιοδήποτε άλλο σημείο του Περσικού Κόλπου», προειδοποίησε, τονίζοντας ότι οποιαδήποτε υποστήριξη στα αμερικανικά μέτρα θα θεωρηθεί πράξη πολέμου.
Περιφερειακή αστάθεια και το φάσμα του πολέμου
Η κατάσταση στην περιοχή παραμένει έκρυθμη. Παρά το γεγονός ότι οι άμεσες στρατιωτικές συγκρούσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν έχουν προσωρινά παγώσει, οι επιθέσεις στη ναυσιπλοΐα συνεχίζονται. Πρόσφατα, βλήμα έπληξε δεξαμενόπλοιο στην Ερυθρά Θάλασσα, κοντά στο λιμάνι Γιανμπού της Σαουδικής Αραβίας, προκαλώντας πυρκαγιά, σύμφωνα με την υπηρεσία UKMTO. Οι σύμμαχοι του Ιράν στην Υεμένη, οι Χούθι, έχουν ήδη απειλήσει να μπλοκάρουν τις σαουδαραβικές εξαγωγές πετρελαίου που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ.
Την ίδια ώρα, η Τεχεράνη προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις τεράστιες οικονομικές απώλειες και την ανάγκη να διατηρήσει την αποτρεπτική της ισχύ. Παρόλο που οι κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ και Ισραήλ έχουν πλήξει σημαντικά τις συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν – με αποκορύφωμα τον θάνατο του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ –, η χώρα διατηρεί ισχυρό οπλοστάσιο πυραύλων και drones. Η επικείμενη επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών του Ομάν στην Τεχεράνη για συνομιλίες σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ υπογραμμίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης για την παγκόσμια αγορά ενέργειας και τη διεθνή ασφάλεια.
























