Έργα τέχνης: Όταν οι συλλογές περνούν στους κληρονόμους και η αγορά δοκιμάζεται

Η ιστορία του Αμερικανού μοντερνιστή ζωγράφου Ντέιβιντ Α. Βον λειτουργεί ως αφετηρία για την ανάδειξη ενός ευρύτερου προβλήματος που αναμένεται να απασχολήσει την παγκόσμια αγορά τέχνης τις επόμενες δεκαετίες: τη μεταβίβαση των τεράστιων συλλογών έργων τέχνης της γενιάς των baby boomers στους κληρονόμους τους. Μετά τον θάνατό του, ο Βον άφησε στους απογόνους του δεκάδες πίνακες, γλυπτά και σχέδια. Σήμερα, οι εγγονοί του καλούνται να αποφασίσουν πώς θα διαχειριστούν μια σημαντική αλλά δύσκολα αξιοποιήσιμη συλλογή, καθώς η συντήρηση, η αποθήκευση και η προώθησή της απαιτούν σημαντικό χρόνο, χρήμα και εξειδικευμένες γνώσεις.

Η περίπτωση αυτή δεν είναι μοναδική. Εκατομμύρια οικογένειες θα βρεθούν αντιμέτωπες με παρόμοια διλήμματα, καθώς οι συλλογές που δημιουργήθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες αλλάζουν χέρια. Πολλοί κληρονόμοι αισθάνονται την ηθική υποχρέωση να διαφυλάξουν την πολιτιστική κληρονομιά των γονιών τους, όμως η πραγματικότητα είναι ότι η διατήρηση της αξίας μιας τέτοιας συλλογής απαιτεί συνεχή και κοπιαστική προσπάθεια. Η Μάργκαρετ Φίσερ, για παράδειγμα, αφιέρωσε σχεδόν δέκα χρόνια στην προώθηση του έργου της μητέρας της, οργανώνοντας δωρεές σε μουσεία, εκθέσεις και ψηφιακή προβολή, χωρίς ωστόσο να επιτύχει σημαντικές εμπορικές πωλήσεις. Αντίστοιχα, η μεταθανάτια επιτυχία του ζωγράφου Έρικ Τάκερ αποτελεί μάλλον σπάνια εξαίρεση παρά κανόνα στην τρέχουσα πραγματικότητα.

Το πρόβλημα διογκώνεται διαρκώς λόγω της πρωτοφανούς ανάπτυξης που γνώρισε η αγορά τέχνης κατά την περίοδο κυριαρχίας των baby boomers. Η οικονομική τους ευημερία, οι ευρύτεροι χώροι κατοικίας και η αύξηση των διαθέσιμων εισοδημάτων ενίσχυσαν κατακόρυφα τη ζήτηση για έργα τέχνης, ενώ παράλληλα πολλαπλασιάστηκαν οι επαγγελματίες καλλιτέχνες και οι γκαλερί. Ωστόσο, η επικείμενη μεταβίβαση αυτού του τεράστιου όγκου έργων δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο υπερπροσφοράς σε μια αγορά που δεν διαθέτει πλέον την αντίστοιχη ζήτηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις ειδικών, έργα συνολικής αξίας περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων αναμένεται να αλλάξουν ιδιοκτησία μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Η ρευστοποίηση ή η πώληση των έργων δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εύκολη λύση. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες τείνουν να ξεχνιούνται με το πέρασμα του χρόνου, ενώ οι έμποροι και οι γκαλερί προτιμούν παραδοσιακά να εκπροσωπούν εν ζωή δημιουργούς. Παράλληλα, τα μεγάλα μουσεία, που παλαιότερα επιδίωκαν συστηματικά να αποκτούν ιδιωτικές συλλογές, διαθέτουν πλέον περισσότερα έργα από όσα μπορούν φυσικά να εκθέσουν. Οι οικονομικές πιέσεις μετά την πανδημία, το υψηλό κόστος συντήρησης και αποθήκευσης, καθώς και οι περιορισμένοι δημόσιοι και ιδιωτικοί πόροι, τα καθιστούν ιδιαίτερα επιλεκτικά στις αποδοχές δωρεών, ζητώντας συχνά σημαντική οικονομική ενίσχυση από τους ίδιους τους δωρητές.

Καθοριστικό ρόλο στην όλη διαδικασία διαδραματίζει και η αλματώδης μεταβολή των αισθητικών προτιμήσεων. Οι νεότερες γενιές συλλεκτών ενδιαφέρονται σαφώς περισσότερο για σύγχρονους, ζωντανούς και πολυπολιτισμικούς καλλιτέχνες, με αποτέλεσμα η παραδοσιακή γοητεία του μοντερνισμού και πολλών δημιουργών του 20ού αιώνα να υποχωρεί σταδιακά. Σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτισμικής εξέλιξης, τα περισσότερα έργα τέχνης νομοτελειακά χάνονται από τη συλλογική μνήμη, καθώς μόνο ελάχιστα κατορθώνουν να διατηρήσουν διαχρονική απήχηση στις επερχόμενες γενιές.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom