Από το «μαύρο πρόβατο» σε ευρωπαϊκό παράδειγμα: Η Ελλάδα κλείνει οριστικά τον κύκλο της κρίσης

Οι εκθέσεις ΟΟΣΑ και Κομισιόν επιβεβαιώνουν την αλλαγή σελίδας για την ελληνική οικονομία, με ισχυρή ανάπτυξη, μείωση του χρέους και τέλος στην ευρωπαϊκή επιτήρηση.

Από χώρα που βρισκόταν στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης χρέους και υπό διαρκή επιτήρηση από τους θεσμούς, η Ελλάδα εξελίσσεται πλέον σε παράδειγμα δημοσιονομικής σταθερότητας και οικονομικής ανθεκτικότητας, σύμφωνα με τις τελευταίες εκθέσεις του ΟΟΣΑ και της Κομισιόν. Οι δύο οργανισμοί καταγράφουν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, ακόμη και σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αφαιρεί οριστικά την Ελλάδα από τον κατάλογο των χωρών με μακροοικονομικές ανισορροπίες, κλείνοντας έναν κύκλο δεκαέξι ετών που ξεκίνησε με την οικονομική κρίση και τα μνημόνια. Η εξέλιξη αυτή δεν έχει μόνο συμβολική αξία, αλλά δημιουργεί και νέα δεδομένα για την αξιοπιστία της χώρας στις διεθνείς αγορές και στους οίκους αξιολόγησης.

Το τέλος μιας εποχής για την ελληνική οικονομία

Η σημαντικότερη ίσως διαπίστωση των τελευταίων ημερών δεν αφορά κάποιον επιμέρους οικονομικό δείκτη, αλλά το γεγονός ότι η Ελλάδα παύει πλέον να βρίσκεται υπό οποιαδήποτε μορφή ευρωπαϊκής παρακολούθησης λόγω μακροοικονομικών ανισορροπιών.

Πρόκειται για μια εξέλιξη με ιδιαίτερο πολιτικό και οικονομικό βάρος. Για περισσότερο από μία δεκαετία, η χώρα αποτελούσε το χαρακτηριστικό παράδειγμα δημοσιονομικής εκτροπής εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με υψηλό χρέος, μεγάλα ελλείμματα και αδύναμες αναπτυξιακές προοπτικές. Σήμερα, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.

Η απόφαση της Κομισιόν αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι την ίδια στιγμή αρκετές χώρες της ευρωζώνης εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωπες με διαδικασίες υπερβολικού ελλείμματος και αυξημένη ευρωπαϊκή επιτήρηση.

Ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο

Παρά τη διεθνή αβεβαιότητα, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις επιπτώσεις που προκαλεί η κρίση στη Μέση Ανατολή, οι προβλέψεις για την ελληνική οικονομία παραμένουν θετικές.

Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η ανάπτυξη θα διαμορφωθεί στο 1,9% το 2026 και στο 2% το 2027, ενώ η Κομισιόν προβλέπει ρυθμούς 1,8% και 1,6% αντίστοιχα. Τα ποσοστά αυτά μπορεί να απέχουν από τις εκρηκτικές επιδόσεις της μεταπανδημικής περιόδου, ωστόσο εξακολουθούν να τοποθετούν την Ελλάδα πάνω από αρκετές μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, αναμένεται να κινηθεί αισθητά χαμηλότερα, ενώ αντίστοιχα περιορισμένες είναι οι προβλέψεις για τη Γαλλία και την Ιταλία. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να διαθέτει μεγαλύτερη αναπτυξιακή δυναμική σε σχέση με πολλές ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.

Το μεγάλο όπλο παραμένει η μείωση του χρέους

Αν υπάρχει ένας δείκτης που αποτυπώνει καλύτερα από κάθε άλλον τη μεταμόρφωση της ελληνικής οικονομίας, αυτός είναι το δημόσιο χρέος.

Οι προβλέψεις τόσο του ΟΟΣΑ όσο και της Κομισιόν συγκλίνουν στο ότι η καθοδική πορεία θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια. Η Ελλάδα, η οποία πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν η πλέον υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, καταγράφει πλέον έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς αποκλιμάκωσης χρέους σε ολόκληρη την ευρωζώνη.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία. Βασίζεται στη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, στην αύξηση του ΑΕΠ και στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση. Το αποτέλεσμα είναι ότι το βάρος του χρέους μειώνεται σταθερά ως ποσοστό της οικονομικής δραστηριότητας, ενισχύοντας την αξιοπιστία της χώρας.

Την ώρα που το ελληνικό χρέος ακολουθεί πτωτική πορεία, χώρες όπως η Ιταλία και η Γαλλία βλέπουν τους αντίστοιχους δείκτες να παραμένουν υψηλοί ή ακόμη και να αυξάνονται.

Οι αγορές έχουν ήδη δώσει την ψήφο εμπιστοσύνης

Οι διεθνείς αγορές συνήθως αντιδρούν πριν από τους πολιτικούς τίτλους και τις επίσημες ανακοινώσεις. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η εικόνα των ομολόγων αποτελεί ίσως την πιο πειστική απόδειξη της αλλαγής κλίματος.

Η απόδοση του ελληνικού δεκαετούς ομολόγου κινείται πλέον σε επίπεδα χαμηλότερα από εκείνα της Ιταλίας, μιας χώρας που για χρόνια θεωρούνταν σαφώς ισχυρότερη οικονομικά. Η διαφορά μπορεί να φαίνεται μικρή, όμως το μήνυμα που στέλνει είναι ιδιαίτερα ισχυρό.

Οι επενδυτές αξιολογούν τη συνολική εικόνα μιας οικονομίας. Εξετάζουν την ανάπτυξη, τη δημοσιονομική σταθερότητα, την πορεία του χρέους και τις προοπτικές των επόμενων ετών. Η σημερινή συμπεριφορά των αγορών δείχνει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζεται πλέον ως μια οικονομία με αυξημένη αξιοπιστία και χαμηλότερο επενδυτικό κίνδυνο σε σχέση με το παρελθόν.

Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι οι νέες αναβαθμίσεις

Η θετική εικόνα που καταγράφουν ΟΟΣΑ και Κομισιόν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα νέο κύμα αναβαθμίσεων από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης.

Η χώρα έχει ήδη ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα, όμως η συζήτηση πλέον αφορά τη σταδιακή βελτίωση της θέσης της μέσα στην κατηγορία των επενδυτικά αξιόπιστων οικονομιών. Κάθε νέα αναβάθμιση μεταφράζεται σε χαμηλότερο κόστος δανεισμού, μεγαλύτερη προσέλκυση επενδύσεων και ευκολότερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίου.

Σε μια περίοδο όπου η διεθνής οικονομία δοκιμάζεται από γεωπολιτικές αναταράξεις και αβεβαιότητα, η αξιοπιστία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία.

Η πρόκληση πλέον είναι η διατήρηση των κεκτημένων

Η έξοδος από την επιτήρηση δεν σημαίνει ότι όλα τα προβλήματα έχουν λυθεί. Αντίθετα, σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας φάσης ευθύνης.

Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις που σχετίζονται με την παραγωγικότητα, τις επενδύσεις, το δημογραφικό πρόβλημα και την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο, η διαφορά σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι πλέον οι συζητήσεις δεν γίνονται υπό το βάρος μιας κρίσης επιβίωσης, αλλά με όρους αναπτυξιακής στρατηγικής.

Το πραγματικό μήνυμα των εκθέσεων του ΟΟΣΑ και της Κομισιόν είναι ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως η αδύναμη οικονομία της Ευρώπης που απαιτεί διαρκή επιτήρηση. Αντιμετωπίζεται ως μια χώρα που κατάφερε να ανακτήσει την αξιοπιστία της και να επιστρέψει στον ευρωπαϊκό οικονομικό πυρήνα. Το αν αυτή η πορεία θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά θα κριθεί από την ικανότητα της χώρας να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, να ενισχύσει την παραγωγική της βάση και να μετατρέψει τη σημερινή σταθερότητα σε διατηρήσιμη ευημερία για τα επόμενα χρόνια.