OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Η νέα δημοσκόπηση της GPO επαναφέρει την εικόνα διπόλου με δεύτερο πόλο τον Αλέξη Τσίπρα και οδηγεί το Μαξίμου σε επιτάχυνση της στρατηγικής για εκλογές χωρίς δεύτερο γύρο, με αιχμή την κυβερνησιμότητα και το έργο.
Η χθεσινή δημοσκόπηση της GPO για το Star ήρθε να ενισχύσει την εκτίμηση στο Μέγαρο Μαξίμου ότι το πολιτικό σκηνικό εισέρχεται σε φάση επαναφοράς του διπόλου του 2023, με βασικό αντίπαλο της Νέας Δημοκρατίας τον Αλέξη Τσίπρα και την ΕΛ.Α.Σ. – και όχι τον ΣΥΡΙΖΑ. Το κυβερνητικό επιτελείο διαβάζει τη συγκεκριμένη τάση ως επιβεβαίωση ότι η αντιπαράθεση στις επόμενες εκλογές θα προσωποποιηθεί εκ νέου, με τη ΝΔ να επιχειρεί να διαμορφώσει καθαρό δίλημμα κυβερνησιμότητας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, η ΝΔ καταγράφεται στο 28,6% στην εκτίμηση ψήφου, με μικρή υποχώρηση σε σχέση με προηγούμενη μέτρηση της ίδιας εταιρείας. Στη δεύτερη θέση εμφανίζεται η ΕΛ.Α.Σ. του Αλέξη Τσίπρα με 15,1%, ενώ ακολουθούν το ΠΑΣΟΚ με 12,4% και η «Ελπίδα για Δημοκρατία» με 10,5%. Πιο χαμηλά κινούνται η Ελληνική Λύση με 8,9%, το ΚΚΕ με 8,6% και η Πλεύση Ελευθερίας με 4,7%, ενώ κάτω από το όριο του 3% εμφανίζονται ο ΣΥΡΙΖΑ και μικρότερα σχήματα.
Η εικόνα διπόλου δεν αποτυπώνεται μόνο στην πρόθεση ψήφου, αλλά και στον δείκτη καταλληλότητας πρωθυπουργίας, όπου ο Κυριάκος Μητσοτάκης προηγείται με 26,1% και ο Αλέξης Τσίπρας ακολουθεί με 15,1%, με τον «Κανένα» να παραμένει υψηλά στο 18,7%. Στο κυβερνητικό στρατόπεδο θεωρούν ότι η συγκεκριμένη ψαλίδα λειτουργεί ενισχυτικά στη στρατηγική της «πρώτης κάλπης», δηλαδή της επιδίωξης αυτοδυναμίας χωρίς αναμονή για μετεκλογικές εξισορροπήσεις.
Η ΝΔ χτίζει στρατηγική μίας κάλπης με αιχμή τη σταθερότητα
Στο πολιτικό σκηνικό που διαμορφώνεται, το Μέγαρο Μαξίμου εντείνει την πίεση προς τους ψηφοφόρους γύρω από το δίλημμα της κυβερνησιμότητας, επαναφέροντας σταθερά το αφήγημα ότι η χώρα πρέπει να έχει κυβέρνηση από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έχει επαναλάβει σε δημόσιες παρεμβάσεις ότι ο στόχος της ΝΔ παραμένει η αυτοδυναμία, χωρίς όμως να αποκλείεται η πολιτική ανάγκη ευρύτερων σχηματισμών, εφόσον το εκλογικό αποτέλεσμα δεν το επιτρέπει.
Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια αποτροπής της λεγόμενης «χαλαρής ψήφου», καθώς κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι η προσδοκία δεύτερης εκλογικής αναμέτρησης θα μπορούσε να λειτουργήσει αποσυσπειρωτικά για τη ΝΔ. Σε αυτό το πλαίσιο, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η λύση πρέπει να δοθεί από την πρώτη κάλπη, πιθανότατα εντός του 2027, εφόσον δεν υπάρξουν πολιτικές ανατροπές.
Παράλληλα, το Μαξίμου επιχειρεί να αποκόψει κάθε συζήτηση για πιθανές συνεργασίες με κόμματα δεξιότερα της ΝΔ, όπως η Ελληνική Λύση και η Φωνή Λογικής, διατηρώντας σαφή γραμμή πολιτικής αυτονομίας. Η εκκρεμότητα γύρω από πιθανή κάθοδο νέου πολιτικού φορέα από τον Αντώνη Σαμαρά παραμένει, χωρίς όμως να μεταβάλλει τον βασικό σχεδιασμό.
Το πολιτικό αφήγημα: από την πρόθεση στην απόδειξη έργου
Στον πυρήνα της στρατηγικής της κυβέρνησης βρίσκεται η μετάβαση από το προγραμματικό αφήγημα του 2023 σε ένα αφήγημα «λογαριασμού έργου». Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επενδύει πολιτικά στη λογική ότι οι πολίτες θα κρίνουν όχι βάσει υποσχέσεων, αλλά βάσει αποτελεσμάτων, με κεντρικό σύνθημα που έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται γύρω από τη φράση «Το είπαμε, το κάναμε».
Το κυβερνητικό επιτελείο επισημαίνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση υλοποίησης μεγάλων παρεμβάσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, με το 87,6% των οροσήμων να έχει ήδη ολοκληρωθεί, ενώ παρουσιάζει συγκεκριμένα έργα υποδομών και ψηφιακού κράτους ως αποδείξεις μεταρρυθμιστικής συνέπειας. Ο Ε65, η επέκταση του μετρό Θεσσαλονίκης, το Κτηματολόγιο και οι ψηφιακές υπηρεσίες του Δημοσίου εντάσσονται στον βασικό προεκλογικό «λογαριασμό».
Το εκλογικό δίλημμα και η επόμενη ημέρα
Σε αυτό το περιβάλλον, η ΝΔ επιδιώκει να διαμορφώσει ένα καθαρό δίλημμα: σταθερότητα και συνέχεια έναντι πολιτικής αβεβαιότητας. Το μήνυμα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της κυβέρνησης είναι ότι η επόμενη εκλογική αναμέτρηση δεν θα κριθεί ιδεολογικά, αλλά πρακτικά – με βάση το ποιος μπορεί να εγγυηθεί αποτελεσματική διακυβέρνηση.
Η στρατηγική αυτή συνδέεται και με την ανάδειξη συγκεκριμένων στόχων για το 2026, όπως η διατήρηση ισχυρής ανάπτυξης, η αύξηση εισοδημάτων, η επιτάχυνση έργων υποδομής και ο ψηφιακός μετασχηματισμός του κράτους. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στην κοινωνική πολιτική, την πράσινη μετάβαση και τη διοικητική μεταρρύθμιση ως κρίσιμους πυλώνες της κυβερνητικής εικόνας.
Σε αυτό το πλαίσιο, το Μαξίμου επενδύει στην πολιτική κεφαλαιοποίηση της συνέπειας υλοποίησης, θεωρώντας ότι το πραγματικό διακύβευμα των επόμενων εκλογών θα είναι η αξιοπιστία της διακυβέρνησης έναντι της πολιτικής αβεβαιότητας.

