Συνταγματική Αναθεώρηση: Η ΝΔ ανοίγει το παιχνίδι και η αντιπολίτευση ψάχνει διέξοδο

Η κυβερνητική πρωτοβουλία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση φέρνει κρίσιμα διλήμματα στα κόμματα της αντιπολίτευσης ενόψει εκλογών.

Η κατάθεση της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική υποχρέωση που απορρέει από το Σύνταγμα. Συνιστά μια πολιτική κίνηση υψηλού συμβολισμού και στρατηγικής σημασίας, καθώς μεταφέρει τη δημόσια συζήτηση από τη στείρα αντιπαράθεση της καθημερινότητας σε ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του κράτους, τη Δικαιοσύνη, την αξιολόγηση στο Δημόσιο, τα πανεπιστήμια, την επιστολική ψήφο και τη θεσμική θωράκιση της χώρας. Σε μια περίοδο κατά την οποία το πολιτικό σκηνικό της αντιπολίτευσης χαρακτηρίζεται από πολυδιάσπαση, εσωτερικές συγκρούσεις και δημοσκοπική αδυναμία παραγωγής εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης, η κυβέρνηση επιλέγει να ανοίξει ένα πεδίο στο οποίο τα κόμματα δεν μπορούν να κρυφτούν πίσω από γενικόλογες καταγγελίες. Καλούνται να απαντήσουν με σαφήνεια αν συμφωνούν ή όχι με συγκεκριμένες αλλαγές που αγγίζουν τον πυρήνα της κρατικής λειτουργίας.

Η παγίδα της άρνησης

Η δυσκολία της αντιπολίτευσης δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο των προτάσεων όσο στις πολιτικές συνέπειες των επιλογών της. Πολλά από τα ζητήματα που θέτει η κυβερνητική πρόταση απολαμβάνουν σημαντικής κοινωνικής αποδοχής. Η κατάργηση των προανακριτικών επιτροπών για υπουργούς, η ενίσχυση της αξιολόγησης στο Δημόσιο, η δυνατότητα λειτουργίας μη κρατικών πανεπιστημίων και η επέκταση της επιστολικής ψήφου αποτελούν θέματα που εδώ και χρόνια εμφανίζονται σταθερά ψηλά στις προτεραιότητες μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης.

Αυτό ακριβώς δημιουργεί πολιτική πίεση στα κόμματα της αντιπολίτευσης. Εάν απορρίψουν συλλήβδην τις προτάσεις, κινδυνεύουν να εμφανιστούν ως δυνάμεις ακινησίας. Εάν τις στηρίξουν, θα προσφέρουν στην κυβέρνηση τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως η δύναμη που οικοδομεί ευρύτερες συναινέσεις. Πρόκειται για ένα δίλημμα χωρίς εύκολη διέξοδο, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου οι πολιτικοί συσχετισμοί βρίσκονται ήδη υπό πίεση.

Το ΠΑΣΟΚ ανάμεσα στη στρατηγική και τον φόβο

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή του ΠΑΣΟΚ. Η Χαριλάου Τρικούπη δείχνει να αντιμετωπίζει τη διαδικασία περισσότερο μέσα από το πρίσμα του εκλογικού υπολογισμού παρά της θεσμικής συζήτησης. Η άρνηση παροχής των απαιτούμενων ψήφων στην παρούσα Βουλή βασίζεται στην εκτίμηση ότι μια μελλοντική κοινοβουλευτική πλειοψηφία της ΝΔ θα μπορούσε να διαμορφώσει μόνη της το τελικό περιεχόμενο των αναθεωρούμενων άρθρων.

Η στάση αυτή, ωστόσο, εμπεριέχει μια εμφανή πολιτική αντίφαση. Από τη μία πλευρά το ΠΑΣΟΚ δηλώνει ότι φιλοδοξεί να αποτελέσει κυβερνητική εναλλακτική. Από την άλλη, η επιχειρηματολογία του φαίνεται να προεξοφλεί ότι η Νέα Δημοκρατία θα εξακολουθήσει να αποτελεί τον κυρίαρχο πόλο και μετά τις επόμενες εκλογές. Η εικόνα αυτή δυσκολεύει την προσπάθεια του κόμματος να πείσει ότι διαθέτει αυτοπεποίθηση και σαφές σχέδιο εξουσίας.

Η πολυδιάσπαση της αντιπολίτευσης ως πλεονέκτημα της κυβέρνησης

Την ίδια στιγμή, το ήδη κατακερματισμένο αντιπολιτευτικό τοπίο γίνεται ακόμη πιο σύνθετο μετά την εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών. Οι διεργασίες γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα, οι κινήσεις της Μαρίας Καρυστιανού και οι ανταγωνισμοί στον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η παραγωγή ενιαίας γραμμής μοιάζει σχεδόν αδύνατη.

Η κυβέρνηση εκτιμά ότι σε ένα τέτοιο σκηνικό η δημόσια συζήτηση για το Σύνταγμα λειτουργεί υπέρ της. Όσο η αντιπολίτευση αναλώνεται σε εσωτερικές ισορροπίες και δημοσκοπικές αγωνίες, τόσο πιο εύκολα η Νέα Δημοκρατία μπορεί να προβάλλει το προφίλ της δύναμης που καταθέτει συγκεκριμένες προτάσεις για το μέλλον της χώρας. Ανεξάρτητα από το αν τελικά θα επιτευχθούν οι αναγκαίες πλειοψηφίες, η πολιτική ατζέντα μετατοπίζεται σε πεδίο που ευνοεί την κυβερνητική επιχειρηματολογία.

Η ουσία πίσω από τη διαδικασία

Πέρα από τις κομματικές σκοπιμότητες, η παρούσα αναθεωρητική διαδικασία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή τα άρθρα που θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέα τώρα θα καθορίσουν το θεσμικό πεδίο της επόμενης δεκαετίας. Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τη σημερινή κυβέρνηση ή τη σημερινή αντιπολίτευση. Αφορά τον τρόπο λειτουργίας της Δικαιοσύνης, τις σχέσεις κράτους και πολίτη, τη δημόσια διοίκηση, την οικονομία και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Για τον λόγο αυτό η πίεση προς όλα τα κόμματα θα αυξάνεται όσο πλησιάζουν οι ψηφοφορίες. Οι πολίτες δύσκολα θα αρκεστούν σε γενικές αναφορές περί θεσμών. Θα ζητήσουν καθαρές απαντήσεις για το αν κάθε πολιτική δύναμη υποστηρίζει ή απορρίπτει συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις.

Το πολιτικό μήνυμα της επόμενης ημέρας

Το πραγματικό διακύβευμα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο η αναθεώρηση επιμέρους άρθρων. Είναι να καταγράψει ότι παραμένει η μοναδική πολιτική δύναμη που καθορίζει την ατζέντα και υποχρεώνει τους αντιπάλους της να ακολουθούν. Η Συνταγματική Αναθεώρηση μετατρέπεται έτσι σε ένα ακόμη τεστ πολιτικής κυριαρχίας.

Εάν η αντιπολίτευση επιλέξει τη γραμμή της καθολικής άρνησης, η Νέα Δημοκρατία θα επιχειρήσει να παρουσιάσει την εικόνα ενός πολιτικού συστήματος όπου η ίδια προτείνει και οι υπόλοιποι απλώς καταψηφίζουν. Αντίθετα, αν υπάρξουν συναινέσεις, η κυβέρνηση θα πιστωθεί ότι άνοιξε μια θεσμική συζήτηση που ξεπερνά τα στενά κομματικά όρια. Σε κάθε περίπτωση, η μάχη για το Σύνταγμα δείχνει ότι η προεκλογική περίοδος έχει ήδη ξεκινήσει, έστω κι αν οι κάλπες δεν έχουν ακόμη προκηρυχθεί.