Επιχειρηματικό λογισμικό: Το 28% του προϋπολογισμού χάνεται σε ανεπιθύμητες αναβαθμίσεις που επιβαρύνουν τα συστήματα

Σε έναν φαύλο κύκλο αναγκαστικών δαπανών βρίσκονται εγκλωβισμένες οι μεγάλες επιχειρήσεις παγκοσμίως, διαθέτοντας κατά μέσο όρο το 28% του προϋπολογισμού τους για λογισμικό σε ανεπιθύμητες αναβαθμίσεις, μεταφορές συστημάτων και τροποποιήσεις αδειών χρήσης. Το πλέον παράδοξο και ανησυχητικό εύρημα, ωστόσο, είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα των επικεφαλής Πληροφορικής (IT) θεωρεί πως αυτές οι αλλαγές όχι μόνο δεν προσφέρουν υπεραξία, αλλά συχνά υποβαθμίζουν τη λειτουργία των οργανισμών τους.

Τα δεδομένα αυτά προκύπτουν από εκτενή έρευνα της εταιρείας Censuswide για λογαριασμό της Origina, στην οποία συμμετείχαν 2.018 επικεφαλής τεχνολογίας (CIOs) και ανώτατα στελέχη πληροφορικής από επιχειρήσεις με τουλάχιστον 10.000 εργαζομένους και ετήσια έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων στις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Ο «φόρος λογισμικού» και το καθεστώς ομηρίας των επιχειρήσεων

Σύμφωνα με την έκθεση, το 95% των ερωτηθέντων παραδέχθηκε ότι ο οργανισμός του πλήρωσε τα τελευταία τρία χρόνια για αναβαθμίσεις που υπαγορεύτηκαν από τους προμηθευτές, παρότι υπήρχε η πεποίθηση ότι αυτές θα μείωναν την απόδοση, την αξιοπιστία ή την επιχειρηματική αξία των συστημάτων. Μάλιστα, περισσότεροι από τους μισούς (53%) ανέφεραν ότι έχουν προβεί σε τέτοιες κινήσεις πάνω από μία φορά.

Η αιτία αυτής της κατάστασης εντοπίζεται στην έλλειψη εναλλακτικών επιλογών. Το 76% των στελεχών δηλώνει ότι διαθέτει ελάχιστη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους τεχνολογικούς κολοσσούς, ενώ το 80% τονίζει πως η απεξάρτηση από τους βασικούς προμηθευτές θα προκαλούσε σοβαρή επιχειρησιακή αναστάτωση. «Όταν η μόνη εναλλακτική σε μια ανεπιθύμητη αναβάθμιση είναι η απώλεια τεχνικής υποστήριξης σε κρίσιμα συστήματα, η υποχώρηση αποτελεί συχνά τη μόνη ρεαλιστική επιλογή», εξήγησε ο Τόμας Ο’Λίρι, διευθύνων σύμβουλος της Origina, επισημαίνοντας ότι οι προμηθευτές αφήνουν ελάχιστα περιθώρια άρνησης στους ηγέτες της τεχνολογίας.

Επιχειρηματικό λογισμικό: Το 28% του προϋπολογισμού χάνεται σε ανεπιθύμητες αναβαθμίσεις που επιβαρύνουν τα συστήματα

Πλήγμα για την καινοτομία και την κυβερνοασφάλεια

Αυτός ο de facto εξαναγκασμός έχει σοβαρές παρενέργειες στην ευρύτερη στρατηγική των εταιρειών. Τα κεφάλαια που απορροφώνται από τις επιβεβλημένες αναβαθμίσεις στερούν πόρους από κρίσιμους τομείς, όπως η καινοτομία (36%), η διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού (32%), η κυβερνοασφάλεια (31%) και οι επενδύσεις που απευθύνονται στην εξυπηρέτηση πελατών (31%).

Παράλληλα, τεράστιο είναι και το κόστος σε παραγωγικό χρόνο. Όπως σημείωσε ο Τζέιμς ΜακΓκλένον, πρώην κορυφαίο στέλεχος της Liberty Mutual, ένας τέτοιος κύκλος αναβάθμισης μπορεί να δεσμεύσει τους ικανότερους μηχανικούς μιας εταιρείας για σχεδόν έναν ολόκληρο χρόνο. Το φαινόμενο αυτό επαναλαμβάνεται τακτικά, απομακρύνοντας το ταλαντούχο δυναμικό από στρατηγικά έργα που θα προσέφεραν πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Αίτημα για ρυθμιστικό πλαίσιο και στρατηγική «εξόδου»

Η πίεση στην αγορά enterprise λογισμικού —όπου κυριαρχούν πάροχοι όπως οι IBM, HCL, VMware/Broadcom και SAP— έχει οδηγήσει σε αιτήματα για θεσμικές παρεμβάσεις. Το εντυπωσιακό 91% των συμμετεχόντων στην έρευνα τάχθηκε υπέρ της θέσπισης νομοθεσίας που θα παρέχει στις επιχειρήσεις προστασία ανάλογη με εκείνη των μακροχρόνιων ενοικιαστών απέναντι σε καταχρηστικές πρακτικές.

Από την πλευρά της ακαδημαϊκής κοινότητας, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βοστώνης, Μάρσαλ Βαν Άλστιν, συνιστά στους CIOs να «διαπραγματεύονται την έξοδο πριν από την είσοδο». Αυτό πρακτικά σημαίνει τον εκ των προτέρων καθορισμό των όρων μελλοντικής αποχώρησης από ένα λογισμικό, τη θέσπιση ανώτατων ορίων τιμών στις ανανεώσεις συμβολαίων και την εξασφάλιση εγγυήσεων για τη βοήθεια κατά τη μετάβαση σε άλλες πλατφόρμες, ώστε να ανακτηθεί ο έλεγχος των εταιρικών προϋπολογισμών.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom