Pizza Fan: Αποκαλυπτικοί διάλογοι για τη διαδρομή του μαύρου χρήματος – «Θέλω το αμάξι να κουβαλήσω λεφτά»

Στο επίκεντρο των ερευνών των διωκτικών και φορολογικών αρχών παραμένει η πολύκροτη υπόθεση εκτεταμένης φοροδιαφυγής γύρω από την αλυσίδα εστίασης Pizza Fan. Νέα στοιχεία και αποκαλυπτικοί διάλογοι που είδαν το φως της δημοσιότητας μέσω της εκπομπής Live News σκιαγραφούν με απόλυτη σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του κυκλώματος, αναδεικνύοντας τις μεθόδους μεταφοράς και διανομής των αδήλωτων εσόδων.

Ο ρόλος των επιθεωρητών και τα ραντεβού σε εμπορικά κέντρα

Κομβικό ρόλο στον μηχανισμό απόκρυψης των εσόδων φαίνεται πως διαδραμάτιζαν οι επιθεωρητές της αλυσίδας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, τα στελέχη αυτά λειτουργούσαν ως σύνδεσμοι ανάμεσα στην κεντρική διοίκηση και στα κατά τόπους καταστήματα του δικτύου franchise. Συγκεκριμένα, επισκέπτονταν τα καταστήματα και εισέπρατταν σε μετρητά τα ποσά που δεν καταγράφονταν στα επίσημα φορολογικά συστήματα λόγω της χρήσης παραποιημένου λογισμικού.

Στη συνέχεια, τα χρήματα μεταφέρονταν σε προκαθορισμένα σημεία συνάντησης, κυρίως σε γνωστά εμπορικά κέντρα, όπου και πραγματοποιούνταν η παράδοση στους επικεφαλής. Ενδεικτικός της επικινδυνότητας αλλά και του όγκου των χρημάτων είναι ο διάλογος επιθεωρητή με τη μητέρα του, από την οποία ζητά το αυτοκίνητο για λόγους ασφαλείας:

Επιθεωρητής: «Ήθελα το αμάξι αύριο. Να το πάρω γιατί ήθελα να πάω στην συνάντηση στο εμπορικό κέντρο και να σου το φέρω μετά».
Μητέρα: «Και γυρίζεις τι ώρα; Δεν έχεις το μηχανάκι;»
Επιθεωρητής: «Δεν θέλω να είμαι με το μηχανάκι γιατί θα κουβαλήσω λεφτά μάλλον».

Σε παρόμοιο ύφος, σε άλλη συνομιλία με φιλικό του πρόσωπο, ο ίδιος υπάλληλος αναφέρει: «Ρε θα κουβαλήσω πράγματα, δεν θέλω να είμαι με το μηχανάκι εκτεθειμένος. […] Γι’ αυτήν τη συνάντηση θα τα πάρω γιατί δεν έχουμε λεφτά καθόλου και θα φέρουνε διάφοροι».

«Μόνο με το στόμα» – Τα αυστηρά μέτρα προστασίας

Πέρα από τη φυσική μεταφορά του μαύρου χρήματος, οι καταγεγραμμένες συνομιλίες αποτυπώνουν την αγωνία των ηγετικών στελεχών να μην αφήσουν ψηφιακά ίχνη. Ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης της επιχείρησης εμφανίζεται πλήρως ενήμερος για τη μεθοδολογία και τις δικλείδες ασφαλείας που τηρούνταν κατά γράμμα.

Σε διάλογο ανάμεσα στον υπαρχηγό της οργάνωσης και τον ιδιοκτήτη, υπογραμμίζεται η ρητή εντολή για παντελή απουσία γραπτών μηνυμάτων:

Υπαρχηγός: «Του είπα και στον Η. ότι δεν ενημερώνει κανένας τίποτα, μόνο με το στόμα».
Ιδιοκτήτης: «Ναι, εννοείται».
Υπαρχηγός: «Ούτε μήνυμα, μη κάνει κανένας καινούργιος και στείλει κανένα μήνυμα. […] Πρέπει να σκέφτεσαι τα πάντα και να φυλάς τον εαυτό σου απ’ όλες τις μπάντες. Οπότε επαναλαμβάνω 10 φορές για να ‘μαι εντάξει».
Ιδιοκτήτης: «Όχι, δεν θα μιλήσει ο επιθεωρητής γι’ αυτό».

Το κόλπο με το πειραγμένο λογισμικό

Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται μετά από ενδελεχείς ελέγχους, οι οποίοι κατέδειξαν ότι το δίκτυο χρησιμοποιούσε ειδικό λογισμικό που επέτρεπε την έκδοση διπλών αποδείξεων και την εμφάνιση παραγγελιών ως ακυρωμένων ή «κερασμένων». Με αυτόν τον τρόπο, σημαντικό μέρος του τζίρου δεν δηλωνόταν ποτέ στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), δημιουργώντας παράλληλα ταμεία με τεράστια ποσά σε μετρητά. Οι δικαστικές και ελεγκτικές αρχές συνεχίζουν την επεξεργασία του ψηφιακού υλικού και των οικονομικών στοιχείων, εξετάζοντας το πλήρες εύρος της ζημιάς για τα δημόσια ταμεία.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom