OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Υπάρχουν τελικά ιδιωτικά δάση στην Ελλάδα; Το ιστορικό καθεστώς, τα οθωμανικά τσιφλίκια και οι μεγάλες εκτάσεις

Για τη συντριπτική πλειονότητα των πολιτών, η έννοια του δάσους στην Ελλάδα είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δημόσια περιουσία. Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδεικνύεται εντελώς διαφορετική: όχι μόνο υπάρχουν ιδιωτικά δάση στη χώρα μας, αλλά εκτείνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, κουβαλώντας μια πολυδαίδαλη ιστορία που ξεκινά ήδη από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης του ελληνικού κράτους.
Το βασιλικό διάταγμα του 1836 και η κληρονομιά των τσιφλικιών
Η αφετηρία του ιδιοκτησιακού καθεστώτος εντοπίζεται ουσιαστικά στο βασιλικό διάταγμα του 1836 (ΦΕΚ Α’ 69/01.12.1836). Τότε, η νεοσύστατη διοίκηση κλήθηκε να διαχωρίσει τη δημόσια από την ιδιωτική δασική γη, καθώς επί Τουρκοκρατίας τεράστιες εκτάσεις ανήκαν σε ιδιώτες υπό τη μορφή των γνωστών τσιφλικιών. Σύμφωνα με τον νόμο, ως ιδιωτικά αναγνωρίστηκαν μόνο όσα είχαν μεταβιβαστεί με έγκυρους οθωμανικούς τίτλους πριν από την έναρξη της Επανάστασης του 1821, καθώς και όσα δάση περιλαμβάνονταν εντός των ορίων μεγάλων ιδιωτικών κτημάτων.
Παράλληλα, μέχρι το 1915 επιτρεπόταν η κτήση κυριότητας σε δημόσια κτήματα και δάση μέσω έκτακτης χρησικτησίας, εφόσον ασκούνταν νομή με καλή πίστη για μια τριακονταετία. Η διάταξη αυτή πυροδότησε ένα διαχρονικό κυνήγι τίτλων και χρυσόβουλων, προκειμένου να αποδειχθεί η κυριότητα. Σε αυτές τις εκτάσεις, παρότι δεν επιτρέπεται η οικοδόμηση, ο ιδιώτης διατηρεί σαφή δικαιώματα: μπορεί να ρυθμίσει ή να απαγορεύσει την υλοτομία, το κυνήγι, ακόμη και την ελεύθερη πρόσβαση.

Από τα «διακατεχόμενα» στη σύγχρονη ψηφιακή χαρτογράφηση
Σήμερα, οι μη δημόσιες δασικές εκτάσεις διακρίνονται νομικά σε ιδιόκτητες, συνιδιόκτητες, κοινοτικές, μοναστηριακές και «διακατεχόμενες». Η τελευταία κατηγορία αφορά εκτάσεις των οποίων το καθεστώς παραμένει υπό αμφισβήτηση μεταξύ Δημοσίου και ιδιωτών, με τους δεύτερους να τις νέμονται προσωρινά εν αναμονή δικαστικών αποφάσεων. Υπολογίζεται ότι τα διακατεχόμενα δάση καλύπτουν ένα καθόλου αμελητέο ποσοστό, μεταξύ 5% και 10% του συνόλου των δασικών εκτάσεων της χώρας.
Η προσπάθεια οριοθέτησης πέρασε από συμπληγάδες. Μετά τον νόμο 248 του 1976, μόλις το 2,5% της επικράτειας είχε καταγραφεί έως το 1998. Η ουσιαστική τομή έγινε μετά το 2016, όταν οι δασικοί χάρτες αναρτήθηκαν ψηφιακά μέσω συστημάτων GIS και ενσωματώθηκαν στις βάσεις δεδομένων του Ελληνικού Κτηματολογίου, καθιστώντας τις ιδιοκτησίες απόλυτα διαφανείς.
Εμβληματικές περιπτώσεις: Εύβοια, Βέροια και Παρνασσός
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ιδιωτικής διαχείρισης αποτελεί το Δάσος Προκοπίου – Δραζίου (γνωστό ως δάσος Μπέικερ) στη Βόρεια Εύβοια. Η ιστορία του ξεκίνησε το 1832, όταν οι Έντουαρντ Χ. Νοέλ και Φρίντριχ Ρούντολφ φον Φέλενμπεργκ αγόρασαν το κτήμα Αχμέταγα για τη δημιουργία αγροτικής σχολής στα ελβετικά πρότυπα του Χόφβιλ, φτάνοντας το 1889 τα 90.000 στρέμματα.
Εξίσου εντυπωσιακά είναι τα «Δάση του Φιλίππου», ένα σύμπλεγμα έξι δασών συνολικής έκτασης 103.000 στρεμμάτων στην Ημαθία και την Πιερία, το οποίο τελεί υπό οργανωμένη αειφορική διαχείριση. Τέλος, το δάσος της Αγόριανης (Επτάλοφος Φωκίδας), με έκταση που αγγίζει τα 54.000 στρέμματα, αποτελεί μία από τις πλέον γνωστές συνιδιόκτητες δασικές εκτάσεις της χώρας, αποδεικνύοντας ότι το ιδιωτικό δάσος στην Ελλάδα αποτελεί διαχρονική πραγματικότητα.
























