Το οικονομικό κόστος της ζέστης στην Ευρώπη: Πώς οι καύσωνες απειλούν το ΑΕΠ και την παραγωγικότητα

Για δεκαετίες, μεγάλο μέρος της Ευρώπης αντιμετώπιζε τον κλιματισμό είτε ως ακριβή πολυτέλεια είτε ως περιβαλλοντικά επιβαρυντική επιλογή. Ωστόσο, οι διαδοχικοί και παρατεταμένοι καύσωνες μετατρέπουν πλέον αυτή τη στάση σε σοβαρό οικονομικό ρίσκο. Σύμφωνα με πρόσφατες αναλύσεις, οι εργαζόμενοι αποδίδουν λιγότερο, οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με αυξημένο ενεργειακό κόστος, ενώ τα κράτη χάνουν πολύτιμα φορολογικά έσοδα την ίδια στιγμή που οι δαπάνες για την υγεία και τις υποδομές εκτοξεύονται.

Σε πρόσφατο σχόλιό της, η συντακτική επιτροπή της Wall Street Journal υπογραμμίζει ότι η παραδοσιακή ευρωπαϊκή αποστροφή προς τα συστήματα ψύξης έχει πλέον μετρήσιμο οικονομικό αντίκτυπο. Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά την ατομική άνεση στα νοικοκυριά, αλλά τη συνολική ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας σε συνθήκες όπου οι θερμοκρασίες υπερβαίνουν τα όρια για τα οποία σχεδιάστηκαν τα κτίρια, τα δίκτυα κοινής ωφέλειας και οι χώροι εργασίας. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι, σύμφωνα με στοιχεία της Allianz Research, μόλις το 19% των ευρωπαϊκών κτιρίων διαθέτει κλιματισμό, σε αντίθεση με τις ΗΠΑ όπου το ποσοστό προσεγγίζει το 90%.

Η κατάσταση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι το ευρωπαϊκό κτιριακό απόθεμα έχει κυρίως κατασκευαστεί με γνώμονα τη συγκράτηση της θερμότητας κατά τους χειμερινούς μήνες και όχι την προστασία από τα ακραία κύματα καύσωνα. Έτσι, ακόμη και οι εργαζόμενοι σε κλειστούς επαγγελματικούς χώρους παραμένουν εκτεθειμένοι στη θερμική καταπόνηση. Παρότι στις μεσογειακές χώρες τα κλιματιστικά είναι πιο διαδεδομένα, το γερασμένο κτιριακό απόθεμα και το φαινόμενο της ενεργειακής φτώχειας αφήνουν μεγάλο μέρος του πληθυσμού απροστάτευτο.

Η αρνητική επίδραση της ζέστης στην παραγωγικότητα δεν ακολουθεί γραμμική πορεία. Η Allianz εντοπίζει ένα κρίσιμο κατώφλι γύρω στους 30 βαθμούς Κελσίου, πέραν του οποίου οι απώλειες πολλαπλασιάζονται. Ειδικότερα, για κάθε επιπλέον βαθμό στο εύρος μεταξύ 30 και 35 βαθμών, η ωριαία παραγωγή εκτιμάται ότι μειώνεται κατά περίπου 1,30 δολάρια σε σταθερές τιμές, μέγεθος που αντιστοιχεί περίπου στο 3% της μέσης ωριαίας παραγωγής. Η πτώση αυτή επηρεάζει αρνητικά τον ύπνο, τη συγκέντρωση και τη γνωστική απόδοση, πλήττοντας καίρια και τους εργαζομένους γραφείου.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα για την Ελλάδα, η οποία σύμφωνα με τις εκτιμήσεις αντιμετωπίζει κινδύνους στασιμοπληθωρισμού σε περιόδους παρατεταμένης ακραίας ζέστης. Η υποχώρηση της οικονομικής δραστηριότητας εκτιμάται ότι μπορεί να περιορίσει τα ετήσια φορολογικά έσοδα κατά περίπου 1%, ενώ η συνολική δημοσιονομική επιβάρυνση ενδέχεται να φτάσει το 1,5% του ΑΕΠ, περιλαμβάνοντας δαπάνες για υγεία, επιδοτήσεις ενέργειας και ενίσχυση των υποδομών.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom