Επιτόκια: Αντίθετη πορεία για τις ελληνικές καταθέσεις – Πώς διευρύνεται η «ψαλίδα» με την Ευρωζώνη

Σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) κινείται εκ νέου σε τροχιά σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής αυξάνοντας τα βασικά επιτόκια, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα καταγράφει μια αξιοσημείωτη ιδιαιτερότητα. Αντί να ακολουθήσουν την ευρωπαϊκή τάση ενίσχυσης των αποδόσεων στις αποταμιεύσεις, οι ελληνικές τράπεζες προχωρούν σε μειώσεις των επιτοκίων στις καταθέσεις προθεσμίας, διευρύνοντας περαιτέρω την απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η εικόνα στις προθεσμιακές καταθέσεις και το χάσμα αποδόσεων

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΚΤ, κατά τον περασμένο Αύγουστο το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων προθεσμίας στην Ευρωζώνη ενισχύθηκε από το 2,14% στο 2,18%, ακολουθώντας τις διαδοχικές αυξήσεις του βασικού επιτοκίου παρέμβασης της κεντρικής τράπεζας. Στον αντίποδα, στην Ελλάδα η μέση απόδοση για την ίδια κατηγορία υποχώρησε από το 1,27% στο 1,18%.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε το άνοιγμα της διαφοράς (spread) ανάμεσα στις ελληνικές αποδόσεις και τον μέσο όρο της Ευρωζώνης στις 100 μονάδες βάσης (1 ποσοστιαία μονάδα). Στις τοποθετήσεις διάρκειας έως ένα έτος, το μέσο ελληνικό επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 1,17%, την ώρα που στην Ευρωζώνη προσέγγισε το 2,13%. Αντίστοιχη πίεση καταγράφηκε και στις επιχειρηματικές προθεσμιακές καταθέσεις, όπου το επιτόκιο περιορίστηκε στο 1,97%.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση στους λογαριασμούς όψεως και ταμιευτηρίου, οι οποίοι αντιστοιχούν περίπου στο 65% της συνολικής καταθετικής βάσης στην Ελλάδα. Εκεί το μέσο επιτόκιο παραμένει καθηλωμένο στο 0,03%, όταν ο αντίστοιχος μέσος όρος στην Ευρωζώνη φτάνει το 0,29%.

Το επιχειρηματικό μοντέλο και τα καθαρά έσοδα από τόκους

Η στρατηγική που ακολουθούν οι τέσσερις συστημικοί όμιλοι (Εθνική Τράπεζα, Τράπεζα Πειραιώς, Alpha Bank και Eurobank) παραπέμπει στον προηγούμενο ανοδικό κύκλο των επιτοκίων. Η περιορισμένη μετακύλιση του αυξημένου κόστους χρήματος στους αποταμιευτές επιτρέπει στα πιστωτικά ιδρύματα να τοποθετούν τη ρευστότητά τους σε υψηλότοκα επενδυτικά εργαλεία και στον λογαριασμό διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ, διασφαλίζοντας ισχυρά καθαρά έσοδα από τόκους (NII) με χαμηλό ρίσκο.

Αυτή η πρακτική αποτιμάται θετικά από διεθνείς οίκους αξιολόγησης και αναλυτές, καθώς ενισχύει την κερδοφορία και την κεφαλαιακή επάρκεια των ομίλων έναντι άλλων τραπεζών του ευρωπαϊκού Νότου. Ωστόσο, το κόστος αυτής της πολιτικής επωμίζονται άμεσα οι καταθέτες, οι οποίοι βλέπουν την αγοραστική δύναμη των αποταμιεύσεών τους να διαβρώνεται από τον πληθωρισμό.

Ακριβότερος ο δανεισμός: Στα ύψη το περιθώριο κέρδους

Στην άλλη πλευρά του ισολογισμού, οι χορηγήσεις στην Ελλάδα παραμένουν από τις ακριβότερες στην Ευρώπη. Το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε στο 4,79%, με αποτέλεσμα το συνολικό επιτοκιακό περιθώριο (η διαφορά μεταξύ νέων δανείων και νέων καταθέσεων) να διευρυνθεί στις 4,42 ποσοστιαίες μονάδες.

Στα επιχειρηματικά δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο, το ελληνικό κόστος χρηματοδότησης ανήλθε στο 4,24%, έναντι 3,34% στην Ευρωζώνη (διαφορά 90 μονάδων βάσης). Στα δάνεια έως 250.000 ευρώ η απόκλιση ξεπερνά τις 100 μονάδες (4,96% έναντι 3,93%), ενώ στα καταναλωτικά δάνεια η διαφορά εκτοξεύεται στις 242 μονάδες βάσης, με το ελληνικό μέσο επιτόκιο να διαμορφώνεται στο 10,34% έναντι 7,92% στην Ευρωζώνη.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom