OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Δίκη για τα Τέμπη: Συγκλονίζουν οι μαρτυρίες από το τρίτο βαγόνι – «Καιγόταν ο λαιμός μας, ακούγαμε κλάμα μωρού»

Συνεχίστηκε ενώπιον του δικαστηρίου η εξέταση των μαρτύρων για το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη, με τις καταθέσεις επιζώντων από το τρίτο βαγόνι να ανασύρουν μνήμες απόλυτου τρόμου και αγωνίας. Οι διασωθέντες περιέγραψαν λεπτό προς λεπτό τη στιγμή της σφοδρής σύγκρουσης, την εκδήλωση της φωτιάς, αλλά και την ασφυκτική ατμόσφαιρα που επικράτησε στα συντρίμμια, συνθέτοντας ένα συγκλονιστικό χρονικό επιβίωσης.
«Σαν συμπιεσμένη μάζα»: Οι περιγραφές του εφιάλτη και της φωτιάς
Καταθέτοντας στο ακροατήριο, η επιβάτιδα Πολυξένη Τζικοπούλου αποτύπωσε με ανατριχιαστική ακρίβεια τις πρώτες στιγμές μετά την πρόσκρουση. «Νιώθω ένα έντονο τράνταγμα, έναν δυνατό ήχο. Έβαλα τα χέρια μου στο κεφάλι της αδερφής μου. Το πόδι μου είχε σφηνώσει στη λαμαρίνα και το τραπεζάκι. Με το που άνοιξα τα μάτια μου ήταν ένα άλλο σκηνικό εντελώς. Ήταν σαν συμπιεσμένη μάζα, δεν ήταν βαγόνι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Η ίδια στάθηκε ιδιαίτερα στις συνθήκες θερμοκρασίας και την αποπνικτική ατμόσφαιρα: «Είχε αφόρητη ζέστη, μια άσχημη μυρωδιά που μας έκαιγε τον λαιμό. Το πιο έντονο που θυμάμαι είναι πόσο ασφυκτική ήταν η μυρωδιά. Θυμάμαι ότι καιγόταν ο λαιμός μας».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μαρτυρία της Στυλιανής – Μαρίας Πλατσά, η οποία περιέγραψε τον πανικό που κυριάρχησε αμέσως μετά τον εκτροχιασμό. «Κάπως ψιλοκοιμόμουνα, είχα κλείσει τα μάτια μου όταν μετά από λίγα λεπτά ένιωσα σα να βγαίνουμε έξω από τις ράγες. Άκουγα πολλές φωνές. Η φωτιά ήταν κοντά μας. Ήταν δύσκολο να κινηθούμε στο βαγόνι. Εγώ έπαθα μια κρίση πανικού και έμεινα απλά εκεί πέρα», τόνισε, συμπληρώνοντας πως σώθηκε χάρη στην άμεση παρέμβαση μιας συνεπιβάτιδάς της που της φώναξε αποφασιστικά: «Αν δεν βγεις θα πεθάνουμε».
«Ακούγαμε κραυγές και το κλάμα ενός μωρού»
Ιδιαίτερα φορτισμένη συναισθηματικά ήταν η κατάθεση της Βηθλεέμ Κουσίδου, η οποία βρέθηκε αντιμέτωπη με τη βιαιότητα της σύγκρουσης. «Αισθάνθηκα ένα τράνταγμα που γινόταν όλο και πιο έντονο και δεν σταματούσε. Εκτινάχθηκα από τη θέση μου και έπεσα σε ένα αγόρι που ήταν απέναντι μου», περιέγραψε η μάρτυρας. «Άκουγα κραυγές ανθρώπων και το κλάμα ενός μωρού. Έβλεπα έντονη φωτιά», κατέθεσε, αποτυπώνοντας την απόλυτη σύγχυση και την αγωνία για τη ζωή που βίωσαν οι επιβάτες μέσα στο σκοτάδι και τις φλόγες.
Η διαφυγή από το παράθυρο και το σταμάτημα στο «πουθενά»
Κοινός τόπος στις καταθέσεις των τεσσάρων νεαρών γυναικών ήταν η διαδρομή διαφυγής τους. Όλες κατάφεραν να απεγκλωβιστούν πηδώντας από ένα σπασμένο παράθυρο του παραμορφωμένου βαγονιού. Αφού έφτασαν στο οδόστρωμα, επιβιβάστηκαν σε λεωφορείο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου στη συνέχεια μεταφέρθηκαν με τη βοήθεια συγγενών τους στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, παραμένοντας για νοσηλεία αρκετές ημέρες λόγω των τραυμάτων και της εισπνοής καπνού.
Παράλληλα, οι μάρτυρες εισέφεραν στη διαδικασία δύο κρίσιμα στοιχεία. Αφενός επισήμαναν ότι, μετά την αναχώρηση από τον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Λάρισας, η επιβατική αμαξοστοιχία πραγματοποίησε μια ανεξήγητη ολιγόλεπτη στάση στη «μέση του πουθενά». Αφετέρου, υπογράμμισαν την παρουσία μιας έντονης, άγνωστης χημικής οσμής, η οποία όχι μόνο κυριάρχησε στο σημείο της τραγωδίας, αλλά παρέμεινε ανεξίτηλη στα ρούχα και τις αποσκευές τους για μεγάλο χρονικό διάστημα.
























