OFF THE RECORD: Κάθε χρόνο τα ίδια...
Γιάννης Κοκιασμένος: Ο Έλληνας ηθοποιός στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, η «Στρέλλα» και η αγάπη του για την Κύθνο

Ο Γιάννης Κοκιασμένος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση στον χώρο της ελληνικής υποκριτικής. Ως ο μοναδικός επαγγελματίας Έλληνας ηθοποιός που συμμετείχε στο πολυσυζητημένο κινηματογραφικό έπος του Κρίστοφερ Νόλαν, «Οδύσσεια», ο ίδιος καταγράφει μια πορεία που απέχει πολύ από τα συνηθισμένα πρότυπα.
Σε συνέντευξή του στα «Παραπολιτικά», ο ηθοποιός περιγράφει την εμπειρία του από τα γυρίσματα: «Παίζω τον χωρικό που λεηλατούν τον τόπο του. Και είμαι ο μόνος που μιλάω ελληνικά στην ταινία. Ήταν εξαιρετική η χημεία όλων μεταξύ μας», αναφέρει, αποκαλύπτοντας μάλιστα λεπτομέρειες από κοινές σκηνές του με τον Ματ Ντέιμον.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1961, ο Γιάννης Κοκιασμένος ακολούθησε μια ασυνήθιστη διαδρομή πριν βρεθεί μπροστά στις κινηματογραφικές κάμερες. Αποφοίτησε με άριστα από την Αγγλική Φιλολογία, ενώ η μεγάλη του αγάπη για τα άλογα τον οδήγησε να γίνει εκπαιδευτής ιππασίας. Η επαφή του με την Άγρια Δύση του χάρισε το παρατσούκλι «Αριζόνα», μια επιρροή που διαπερνά και τα μουσικά του ενδιαφέροντα ως μέλος της μπάντας «Muddy Trail», παίζοντας αμερικανική φολκ και honky tonk.
Η υποκριτική προέκυψε στη ζωή του χωρίς επίσημες σπουδές, ωστόσο ο ίδιος κατάφερε να αφήσει το στίγμα του στον ανεξάρτητο ελληνικό κινηματογράφο. Ευρύτερα γνωστός έγινε μέσα από τον ρόλο του ως «Γιώργος» στην εμβληματική ταινία «Στρέλλα» του Πάνου Κούτρα. Στο βιογραφικό του προστίθενται συμμετοχές σε παραγωγές όπως «Η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά», «Μικρή Αρκτος», «Ο Αννίβας προ των πυλών» και «Ένα τραγούδι δεν φτάνει», ενώ παράλληλα έχει δοκιμαστεί και στη συγγραφή, εκδίδοντας το βιβλίο «Ημερή Δύση» από τις εκδόσεις «Οκτώ».
Πέρα από τα κινηματογραφικά πλατό και τις μουσικές σκηνές, ο Γιάννης Κοκιασμένος βρίσκει καταφύγιο στην Κύθνο, τόπο καταγωγής του πατέρα του. Ο ίδιος, ωστόσο, παραμένει ανήσυχος για το μέλλον του νησιού, εκφράζοντας ανοιχτά τον προβληματισμό του για την αλλοίωση του φυσικού περιβάλλοντος και την τουρκική πίεση στους παραδοσιακούς οικισμούς και τις παραλίες.
«Χρόνο με τον χρόνο νιώθω ότι μου κλέβουν και από ένα κομμάτι της Κύθνου, μέχρι που δεν θα μείνει τίποτα πια. Γι’ αυτό δεν αισθάνομαι την ανάγκη να αναδείξω την ομορφιά της, αλλά να την προστατεύσω», δηλώνει χαρακτηριστικά, επιλέγοντας να κρατάει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας τα πιο αγαπημένα του μυστικά σημεία στο νησί.
























