Φορολογική «παγίδα» με τις χρυσές λίρες: Γιατί η πώλησή τους δεν καλύπτει αυτόματα τα τεκμήρια

Μια ιδιαίτερα κρίσιμη και συχνά παραγνωρισμένη διάσταση της φορολογικής νομοθεσίας φέρνει στο φως πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ. Η πώληση χρυσών λιρών, ακόμη και όταν πραγματοποιείται με πλήρη νομιμότητα και επίσημα παραστατικά μέσω της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι το ποσό που εισπράττεται μπορεί να αξιοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων απόκτησης περιουσιακών στοιχείων. Εάν ο φορολογούμενος αδυνατεί να αποδείξει το «πόθεν έσχες» των ίδιων των νομισμάτων —δηλαδή πότε, πώς και με ποιο κόστος περιήλθαν στην κατοχή του— η εφορία απορρίπτει το ποσό, επισείοντας πρόσθετους φόρους.

Το χρονικό της υπόθεσης και το «μπλόκο» από τη φορολογική αρχή

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε φορολογούμενο ο οποίος, κατά την υποβολή της φορολογικής του δήλωσης, εμφάνισε δαπάνη απόκτησης ακινήτου ύψους 54.726,78 ευρώ. Προκειμένου να καλύψει το σχετικό τεκμήριο και να αποφύγει την επιβολή πρόσθετου φόρου, δήλωσε στον κωδικό 787 του Ε1 το ποσό των 50.000 ευρώ ως ανάλωση κεφαλαίου προηγούμενων ετών.

Ως βασικό αποδεικτικό στοιχείο των διαθέσιμων χρημάτων, προσκόμισε επίσημη βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία είχε εισπράξει 31.248,08 ευρώ από την πώληση 50 χρυσών λιρών Αγγλίας. Παρ’ όλα αυτά, η ΔΟΥ Καλαμάτας δεν αναγνώρισε το ποσό για την ανάλωση κεφαλαίου, εκδίδοντας εκκαθαριστικό σημείωμα με επιπλέον χρεωστικό φόρο 8.986,98 ευρώ, γεγονός που οδήγησε τον πολίτη σε προσφυγή στη ΔΕΔ.

Ο αυστηρός κανόνας του άρθρου 34 και το κόστος απόκτησης

Ο λόγος της απόρριψης εδράζεται στις ρητές προβλέψεις του άρθρου 34 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 4172/2013) και στις σχετικές εγκυκλίους της ΑΑΔΕ (όπως η ΠΟΛ. 1076/2015). Σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο, για να χρησιμοποιηθεί το προϊόν εκποίησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου προς κάλυψη τεκμηρίων, λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά το καθαρό ποσό που απομένει μετά την αφαίρεση του κόστους κτήσης του.

Σκοπός του νομοθέτη είναι να διασφαλιστεί ότι δεν ανακυκλώνεται το ίδιο κεφάλαιο. Στην περίπτωση που ο κάτοχος δεν διαθέτει τιμολόγια, τραπεζικά παραστατικά ή επίσημα έγγραφα δωρεάς και γονικής παροχής που να τεκμηριώνουν πότε αγοράστηκαν τα νομίσματα και πόσα χρήματα καταβλήθηκαν τότε για την απόκτησή τους, η φορολογική διοίκηση θεωρεί αδύνατο τον προσδιορισμό του καθαρού κέρδους. Κατά συνέπεια, ολόκληρο το ποσό τίθεται εκτός της ανάλωσης κεφαλαίου.

Απορρίφθηκαν οι ισχυρισμοί για οικογενειακά κειμήλια και άτυπες δωρεές

Ενώπιον της ΔΕΔ, ο προσφεύγων υποστήριξε ότι ήταν πρακτικά αδύνατο να προσκομίσει παραστατικά αγοράς. Όπως εξήγησε, οι 50 χρυσές λίρες δεν αποκτήθηκαν μαζικά, αλλά συγκεντρώθηκαν σταδιακά σε βάθος πολλών δεκαετιών από την παιδική του ηλικία, μέσω μεμονωμένων αγορών μικρής αξίας ή άτυπων οικογενειακών δωρεών από συγγενικά πρόσωπα.

Η Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών απέρριψε την προσφυγή, κρίνοντας ότι η βεβαίωση της Τράπεζας της Ελλάδος πιστοποιεί μόνο την είσπραξη του τιμήματος κατά την πώληση, αλλά δεν υποκαθιστά την υποχρέωση τεκμηρίωσης του αρχικού κόστους και του χρόνου κτήσης. Η υπόθεση αυτή αποτελεί σαφές προειδοποιητικό μήνυμα για χιλιάδες φορολογουμένους που διακρατούν οικογενειακές λίρες: χωρίς επίσημα έγγραφα προέλευσης, τα κεφάλαια αυτά παραμένουν φορολογικά «ανενεργά» για την κάλυψη μελλοντικών τεκμηρίων.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom