Ντόναλντ Τραμπ: Αντιμέτωπος με ρήξη στους Ρεπουμπλικανούς για την τριμερή με Πούτιν και Σι – Ο φόβος μιας «νέας Γιάλτας»

Έντονους πολιτικούς κραδασμούς στο εσωτερικό του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος προκαλεί το ενδεχόμενο μιας τριμερούς συνάντησης κορυφής ανάμεσα στον Ντόναλντ Τραμπ, τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ. Η προοπτική μιας τέτοιας συνόδου, με βασικό αντικείμενο το μέλλον του πολέμου στην Ουκρανία εν τη απουσία του Βολοντίμιρ Ζελένσκι, έχει σημάνει συναγερμό στην Ουάσιγκτον, ανασύροντας ιστορικές μνήμες και προκαλώντας φόβους για ανοιχτή εσωκομματική ανταρσία.

Σύμφωνα με ανάλυση της New York Post, ακόμη και η απλή ανακοίνωση μιας τέτοιας πρωτοβουλίας ενδέχεται να πυροδοτήσει σφοδρές αντιδράσεις. Για ένα σημαντικό τμήμα του Ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, η εικόνα ενός Αμερικανού προέδρου που κάθεται στο ίδιο τραπέζι διαπραγματεύσεων με τους δύο κορυφαίους στρατηγικούς αντιπάλους των Ηνωμένων Πολιτειών ερμηνεύεται ως επικίνδυνη γεωπολιτική παραχώρηση.

Ιστορικοί παραλληλισμοί με τη Γιάλτα και το Μόναχο

Η πιθανή συνάντηση παρουσιάζεται από πολιτικούς αναλυτές ως μια σύγχρονη εκδοχή της Διάσκεψης της Γιάλτας του 1945, όπου ο Ιωσήφ Στάλιν κατάφερε να αποσπάσει κρίσιμα γεωπολιτικά κέρδη για τη Σοβιετική Ένωση. Ωστόσο, οι αναλυτές υπογραμμίζουν μια θεμελιώδη διαφορά: το 1945 οι συμμετέχοντες ήταν σύμμαχοι κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ θα διαπραγματευόταν με ηγέτες δυνάμεων που αμφισβητούν ανοιχτά τη διεθνή τάξη πραγμάτων υπό την ηγεσία των ΗΠΑ.

Παράλληλα, ο αποκλεισμός του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι από τις συνομιλίες ξυπνά μνήμες από τη Συμφωνία του Μονάχου του 1938. Τότε, οι ευρωπαϊκές δυνάμεις αποφάσισαν τη διανομή τσεχοσλοβακικών εδαφών χωρίς τη συμμετοχή της ίδιας της Τσεχοσλοβακίας, σε μια αποτυχημένη προσπάθεια κατευνασμού του Αδόλφου Χίτλερ. Η προοπτική να επαναληφθεί ένα ανάλογο σενάριο εις βάρος του Κιέβου εντείνει τις ανησυχίες για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Εσωκομματικές πιέσεις και πολιτικό κόστος στην Ουάσιγκτον

Οι συνέπειες μιας τέτοιας διπλωματικής κίνησης δεν περιορίζονται στο εξωτερικό, αλλά αγγίζουν άμεσα την εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικανών, τα λεγόμενα «γεράκια» της εξωτερικής πολιτικής αντιμετωπίζουν με έντονη δυσπιστία κάθε προσέγγιση με τη Μόσχα και το Πεκίνο. Μια μονομερής πρωτοβουλία του Τραμπ θα μπορούσε να διασπάσει την κομματική συνοχή και να πλήξει τις εκλογικές προοπτικές του κόμματος στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, μια τέτοια κρίση θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά από τους Δημοκρατικούς, ενισχύοντας τη δυναμική τους στο Κογκρέσο και ασκώντας πρωτοφανή πίεση στον Λευκό Οίκο. Αν και τα σενάρια περί απόλυτης πολιτικής αποδυνάμωσης παραμένουν σε θεωρητικό επίπεδο, η δυσαρέσκεια μεταξύ των συντηρητικών νομοθετών θεωρείται δεδομένη.

Τα στρατηγικά κέρδη του Κρεμλίνου

Πολιτικοί παρατηρητές επισημαίνουν ότι μια τέτοια συνάντηση κορυφής εξυπηρετεί πρωτίστως τις επιδιώξεις του Βλαντίμιρ Πούτιν. Ο Ρώσος πρόεδρος επιδιώκει να αποσπάσει στο διπλωματικό πεδίο παραχωρήσεις που δεν έχει καταφέρει να εδραιώσει στρατιωτικά στην Ουκρανία. Ταυτόχρονα, η πρόκληση εσωτερικού διχασμού στην Ουάσιγκτον και η ενδεχόμενη αποδυνάμωση της αμερικανικής ηγεσίας αποτελούν πρόσθετα στρατηγικά πλεονεκτήματα για τη Μόσχα, καθιστώντας το ρίσκο για τον Ντόναλντ Τραμπ εξαιρετικά υψηλό.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom