OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
Μάρτιν Χάιντεγκερ: Γιατί το «Είναι και χρόνος» παραμένει η πιο γόνιμη αποτυχία της δυτικής σκέψης

Μπορεί το κορυφαίο φιλοσοφικό σύγγραμμα του 20ού αιώνα να λογίζεται ταυτόχρονα ως ένα ανολοκλήρωτο εγχείρημα, μια μεγαλειώδης «αποτυχία»; Το παράδοξο αυτό συνοδεύει διαχρονικά το εμβληματικό «Είναι και χρόνος» του Μάρτιν Χάιντεγκερ. Σχεδόν έναν αιώνα μετά την πρώτη του έκδοση το 1927, το magnum opus του Γερμανού στοχαστή επανασυστήνεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό μέσα από τη νέα, μνημειώδη μετάφραση του καθηγητή Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ, Παναγιώτη Θανασά, καρπό επτά ετών συστηματικής εργασίας, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.
Το ημιτελές αριστούργημα και η ανατροπή της κλασικής οντολογίας
Ο χαρακτηρισμός του έργου ως της «μεγαλύτερης αποτυχίας στην ιστορία της φιλοσοφίας» δεν εδράζεται στην ποιότητα του στοχασμού του, αλλά στη δομική του ατέλεια. Το αρχικό σχέδιο του Χάιντεγκερ προέβλεπε δύο μέρη, αποτελούμενα από τρεις ενότητες το καθένα. Ωστόσο, δημοσιεύθηκαν μόλις οι δύο πρώτες ενότητες του πρώτου μέρους. Το κομβικό τρίτο τμήμα, στο οποίο ο φιλόσοφος υποσχόταν να δώσει την οριστική απάντηση για το νόημα του «Είναι», δεν είδε ποτέ το φως της δημοσιότητας. Όπως παραδέχτηκε και ο ίδιος, το κείμενο παρέμεινε ένα σπάραγμα.
Παρά την ατελή του μορφή, η επίδραση του «Είναι και χρόνος» υπήρξε σεισμική. Ο Χάιντεγκερ ανανέωσε ριζικά το οντολογικό ερώτημα, διαχωρίζοντας με σαφήνεια το «ον» (τα επιμέρους πράγματα του κόσμου) από το «Είναι» (το ανοιχτό πεδίο κατανόησής τους). Ανατρέποντας την αρχαιοελληνική παράδοση από τον Παρμενίδη, ο οποίος συνέδεε το Είναι με το αμετάβλητο, ο Γερμανός στοχαστής το έδεσε αδιάρρηκτα με τον χρόνο. Για τον Χάιντεγκερ, οι τρεις διαστάσεις του χρόνου συνιστούν «εκστάσεις» — καταστάσεις όπου η ύπαρξη υπερβαίνει τον εαυτό της, με το παρελθόν να επενεργεί διαρκώς στο παρόν και να καθορίζει το μέλλον.

Η βαριά σκιά του ναζισμού και η αποτίμηση του στοχαστή
Η αποδοχή του έργου του Χάιντεγκερ δεν υπήρξε ποτέ ανέφελη. Η σκοτεινή σελίδα της δημόσιας στήριξής του στο ναζιστικό καθεστώς και η θητεία του στην πρυτανεία του Πανεπιστημίου του Φράιμπουργκ το 1934 εξακολουθούν να ρίχνουν βαριά σκιά πάνω στην κληρονομιά του. Ενδεικτική της ηθικής κατάπτωσης υπήρξε η στάση του απέναντι στον Εβραίο δάσκαλό του, Έντμουντ Χούσερλ, τον οποίο εγκατέλειψε μετά τη δίωξή του από τους ναζί, παρότι του είχε αφιερώσει το μείζον σύγγραμμά του.
Η στάση αυτή οδήγησε τον μαθητή του, Χανς-Γκέοργκ Γκάνταμερ, στον εύγλωττο αφορισμό: «Ο μέγιστος των στοχαστών, ο ελάχιστος των ανθρώπων». Όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Θανασάς, οι αποκαλύψεις, συμπεριλαμβανομένων των «Μαύρων Τετραδίων», δεν επιτρέπουν εφησυχασμό. Ωστόσο, η πολιτική εμπλοκή του δεν ακυρώνει την αυταξία του «Είναι και χρόνος», ενός κειμένου που άλλαξε για πάντα τη δυτική σκέψη και παραμένει, ακόμα και ως ανολοκλήρωτο θραύσμα, ένας αναντικατάστατος φιλοσοφικός ορίζοντας.
























