Ισλανδία: Δημοψήφισμα-θρίλερ για την επιστροφή στην ΕΕ – Ο παράγοντας Τραμπ και οι ρωσικές απειλές

Σε μια ιστορική καμπή για τη διεθνή της θέση και το γεωπολιτικό της μέλλον βρίσκεται η Ισλανδία, καθώς περίπου 270.000 πολίτες προσέρχονται στις κάλπες σε ένα εξαιρετικά αμφίρροπο δημοψήφισμα. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά την επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, με την τελευταία δημοσκόπηση του ινστιτούτου Maskína να καταγράφει οριακό προβάδισμα του «ναι» στο 50,4%, έναντι 49,6% του «όχι».

Μια πιθανή επικράτηση του θετικού αποτελέσματος δεν συνεπάγεται την αυτόματη ένταξη του Ρέικιαβικ στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Αντίθετα, θα παράσχει στην κυβέρνηση την εντολή να επιστρέψει στο τραπέζι του διαλόγου στις Βρυξέλλες. Εφόσον ολοκληρωθεί μια τελική συνθήκη προσχώρησης, οι όροι της θα τεθούν εκ νέου στην κρίση του λαού μέσω ενός δεύτερου, επικυρωτικού δημοψηφίσματος.

Η διαδρομή από το 2009 και το γεωπολιτικό σκηνικό της Αρκτικής

Η Ισλανδία είχε υποβάλει επίσημη αίτηση ένταξης το 2009, υπό το βάρος της σοβαρής τραπεζικής κρίσης. Μέχρι το 2013 είχαν ανοίξει 27 διαπραγματευτικά κεφάλαια, εκ των οποίων τα 11 έκλεισαν προσωρινά, πριν η τότε ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση «παγώσει» τη διαδικασία και αποσύρει την αίτηση το 2015. Ωστόσο, η ΕΕ διατήρησε τον φάκελο ανοιχτό, επιβεβαιώνοντας πως οι συνομιλίες μπορούν να επαναληφθούν από το σημείο όπου διεκόπησαν.

Σήμερα, οι παράμετροι έχουν διαφοροποιηθεί ριζικά. Η ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή της Αρκτικής αποτελεί καταλύτη των εξελίξεων. Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με το ενδιαφέρον των ΗΠΑ για την απόκτηση της γειτονικής Γροιλανδίας δημιούργησαν εύλογη ανησυχία στο Ρέικιαβικ. Αν και η αμυντική συμφωνία του 1951 με την Ουάσιγκτον παραμένει βασικός πυλώνας προστασίας, οι αμφιβολίες για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της αμερικανικής στάσης έχουν ενισχύσει τις φωνές υπέρ της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

Οι ρωσικές προκλήσεις και το αγκάθι της αλιείας

Ταυτόχρονα, η αυξανόμενη επιθετικότητα της Μόσχας επηρεάζει καθοριστικά το ισλανδικό εκλογικό σώμα. Ο επικεφαλής της εκστρατείας υπέρ της ΕΕ, Μάγκνους Μάγκνουσον, υπογράμμισε ότι οι κρίσιμες υποδομές της χώρας δέχονται συστηματικές κυβερνοεπιθέσεις από ρωσικούς παράγοντες, γεγονός που αναδεικνύει την ανάγκη ισχυρότερων θεσμικών συμμαχιών. Την ίδια γεωπολιτική διάσταση ανέδειξε και η Κάγια Κάλας, σημειώνοντας πως οι απειλές κατά των υποθαλάσσιων δικτύων και το ενδιαφέρον της Κίνας για τον Βορρά επιβάλλουν κοινή ευρωπαϊκή δράση.

Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές του «όχι» υποστηρίζουν ότι η Ισλανδία διαθέτει ήδη ευρεία πρόσβαση στην ενιαία αγορά μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου (ΕΟΧ), έχοντας ενσωματώσει περίπου 9.000 ευρωπαϊκές πράξεις. Το κυριότερο σημείο τριβής παραμένει ο τομέας της αλιείας, ο οποίος παράγει το 6,5% του εθνικού ΑΕΠ. Οι εκπρόσωποι του κλάδου εκφράζουν φόβους για απώλεια της εθνικής κυριαρχίας στη διαχείριση των θαλάσσιων πόρων λόγω της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής της ΕΕ.

Παρά τις επιφυλάξεις, η Ευρωπαία επίτροπος Διεύρυνσης Μάρτα Κος εκτιμά πως υπάρχει περιθώριο συμβιβασμού, τοποθετώντας την επίσημη επανεκκίνηση των συνομιλιών έως το 2027 σε περίπτωση επικράτησης του «ναι». Σε κάθε περίπτωση, η έκβαση της αναμέτρησης θα επανακαθορίσει τη στρατηγική θέση της Ισλανδίας στον παγκόσμιο χάρτη.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom