OFF THE RECORD: Μη μου λες να ζω με αναμνήσεις…
ΗΠΑ: Η επικίνδυνη εξάρτηση του αμερικανικού χρέους από το «γρήγορο χρήμα» των αγορών

Σε μια περίοδο κατά την οποία οι μαζικές ρευστοποιήσεις στα κρατικά ομόλογα οδηγούν τις αποδόσεις αναφοράς σε υψηλά πολλών δεκαετιών, η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δομική πρόκληση: εξαρτάται όλο και περισσότερο από ευκαιριακούς επενδυτές, οι οποίοι τοποθετούν κεφάλαια μόνο όταν οι τιμές εξυπηρετούν απόλυτα τα στενά περιθώρια κέρδους τους.
Η μεγαλύτερη αγορά κρατικού χρέους στον κόσμο, η οποία έχει επταπλασιαστεί τα τελευταία είκοσι χρόνια αγγίζοντας το ιστορικό ρεκόρ των 32 τρισεκατομμυρίων δολαρίων λόγω του αδιάκοπου ομοσπονδιακού δανεισμού, αλλάζει άρδην φυσιογνωμία. Το κενό που αφήνουν πίσω τους οι παραδοσιακοί, σταθεροί αγοραστές έρχεται να καλύψει το λεγόμενο «γρήγορο χρήμα» (fast money), αυξάνοντας δραματικά τη νευρικότητα στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η υποχώρηση των παραδοσιακών αγοραστών και η άνοδος των hedge funds
Ιστορικά, οι ξένες κυβερνήσεις, οι κεντρικές τράπεζες και τα συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά της χρηματοδότησης του αμερικανικού ελλείμματος. Οι συγκεκριμένοι θεσμικοί παίκτες αγόραζαν αμερικανικούς τίτλους ως περιουσιακά στοιχεία μηδενικού κινδύνου με προβλέψιμη απόδοση, διαχειριζόμενοι συναλλαγματικά αποθέματα χωρίς να αντιδρούν σπασμωδικά στις διακυμάνσεις των τιμών. Ωστόσο, η παρουσία τους υποχωρεί αισθητά, ενώ παράλληλα η Fed έχει αποσύρει τα προγράμματα ποσοτικής χαλάρωσης.
Στον αντίποδα, το αποτύπωμα των ιδιωτών επενδυτών διευρύνεται ταχύτατα, ελέγχοντας πλέον περίπου το 70% του ομοσπονδιακού χρέους των ΗΠΑ – ποσοστό που προσεγγίζει υψηλό από το 1990. Ειδικότερα, τα hedge funds κατέχουν σχεδόν το 10% της αγοράς. Αυτά τα επενδυτικά κεφάλαια χρησιμοποιούν εκτεταμένη μόχλευση για να εκμεταλλευτούν πρόσκαιρες στρεβλώσεις, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό στις ρυθμιστικές αρχές για τη συστημική ευστάθεια, καθώς έχουν την τάση να αποχωρούν άμεσα με την πρώτη ένδειξη αναταραχής.
Ευαισθησία στις τιμές και αυξημένο κόστος δανεισμού
Για το οικονομικό επιτελείο στην Ουάσιγκτον, με επικεφαλής τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και τον πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Κέβιν Γουόρς, η νέα πραγματικότητα ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Οι επενδυτές του ιδιωτικού τομέα είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στα δημοσιονομικά ελλείμματα, στις γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και στις πολιτικές εξαγγελίες του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ γύρω από τους δασμούς.
Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής στρατηγικής επιτοκίων της Barclays, Ανσούλ Πραντάν, η αλλαγή αυτή αποκαλύπτει το πραγματικό κόστος δανεισμού για την Ουάσιγκτον: «Μια αγορά που βασίζεται στα ιδιωτικά κεφάλαια απαιτεί μεγαλύτερο περιθώριο απόδοσης για να απορροφήσει την προσφορά». Ταυτόχρονα, κρατικά επενδυτικά ταμεία, όπως της Αυστραλίας ή ο επενδυτικός βραχίονας Norges Bank Investment Management της κεντρικής τράπεζας της Νορβηγίας, μειώνουν ήδη τις τοποθετήσεις τους σε αμερικανικά ομόλογα αναζητώντας καλύτερες αποδόσεις.
Ανταγωνισμός από τα εταιρικά ομόλογα και η επόμενη μέρα
Την ίδια ώρα, ο ανταγωνισμός εντείνεται καθώς μεγάλες επιχειρήσεις εκδίδουν εταιρικά ομόλογα σε ποσά-ρεκόρ προκειμένου να χρηματοδοτήσουν υποδομές τεχνητής νοημοσύνης (AI), προσελκύοντας κεφάλαια που άλλοτε κατευθύνονταν στο κρατικό χρέος. Σύμφωνα με τον Πολ Ντόνοβαν, επικεφαλής οικονομολόγο της UBS Global Wealth Management, ο ιδιωτικός τομέας δεν δεσμεύεται από περιορισμούς χαρτοφυλακίου, καθιστώντας την αγορά πιο ευμετάβλητη.
Η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίζει να βρίσκει πιστωτές, ωστόσο η νέα δεξαμενή χρηματοδότησης είναι απρόβλεπτη και απαιτητική. Όσο το δημόσιο χρέος διογκώνεται και η εξάρτηση από το «γρήγορο χρήμα» βαθαίνει, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα παραμένει υψηλό, μετακυλίοντας τις πιέσεις στα επιτόκια δανεισμού επιχειρήσεων και νοικοκυριών διεθνώς.
























