Ελληνοτουρκικά: Το διπλωματικό «λάθος» που γέννησε τις «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο

Η γεωπολιτική σκακιέρα στο Αιγαίο παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα μέτωπα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Εδώ και δεκαετίες, η Άγκυρα επιχειρεί συστηματικά να «γκριζάρει» την ελληνική κυριαρχία επί συγκεκριμένων νησίδων και βραχονησίδων. Ωστόσο, για να κατανοήσει κανείς τη ρίζα αυτού του προβλήματος, πρέπει να ανατρέξει στο παρελθόν και συγκεκριμένα στους χειρισμούς που έγιναν σε κρίσιμες ιστορικές καμπές. Η θεωρία των «γκριζών ζωνών», την οποία επικαλείται σήμερα η Τουρκία, δεν γεννήθηκε στο κενό, αλλά «πάτησε» πάνω σε συγκεκριμένα διπλωματικά και πολιτικά σφάλματα της ελληνικής πλευράς κατά τη διάρκεια της κρίσης των Ιμίων το 1996.

Η κρίση των Ιμίων και η γέννηση των «γκρίζων ζωνών»

Η κρίση στα Ίμια, τον Ιανουάριο του 1996, αποτελεί αναμφίβολα ένα ορόσημο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Η τότε κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό την πρωθυπουργία του Κώστα Σημίτη, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή στρατιωτική πρόκληση. Παρά την αποτροπή μιας γενικευμένης σύρραξης, ο τρόπος με τον οποίο επιτεύχθηκε η αποκλιμάκωση άφησε βαθιές πληγές στο νομικό και διπλωματικό οπλοστάσιο της Αθήνας.

Η φόρμουλα «no troops, no flags, no ships» (όχι στρατεύματα, όχι σημαίες, όχι πλοία), η οποία συμφωνήθηκε με τη μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών, θεωρήθηκε από πολλούς αναλυτές ως μια έμμεση υποχώρηση. Με την αποδοχή της απομάκρυνσης της ελληνικής σημαίας και των στρατιωτικών δυνάμεων από ελληνικό έδαφος, δημιουργήθηκε ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Αυτή η διαχείριση έδωσε την ευκαιρία στην Τουρκία να εισαγάγει επίσημα στον διπλωματικό διάλογο τον όρο των «γκρίζων ζωνών», αμφισβητώντας την ελληνικότητα όχι μόνο των Ιμίων, αλλά και δεκάδων άλλων νησίδων στο Αιγαίο.

Πώς η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τα διπλωματικά κενά

Η Τουρκία, ακολουθώντας μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, αξιοποιεί συστηματικά κάθε ασάφεια ή υποχώρηση του παρελθόντος. Το «λάθος» των Ιμίων προσέφερε στην τουρκική διπλωματία το πάτημα που χρειαζόταν για να μετατοπίσει τη συζήτηση από την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ –που αποτελεί τη μοναδική διαφορά που αναγνωρίζει η Ελλάδα– στην αμφισβήτηση της ίδιας της εδαφικής κυριαρχίας της χώρας μας.

Σήμερα, η Άγκυρα χρησιμοποιεί αυτή τη θεωρία για να δικαιολογήσει το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και να πιέσει για την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Η ρητορική της περί «νησιών με αδιευκρίνιστο κυριαρχικό καθεστώς» βασίζεται ακριβώς σε εκείνη την περίοδο, κατά την οποία η ελληνική πλευρά δεν κατάφερε να επιβάλει την απόλυτη εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου και των υφιστάμενων συνθηκών, όπως η Συνθήκη της Λωζάνης και η Συνθήκη των Παρισίων.

Η ανάγκη για μια αδιαπέραστη εθνική γραμμή

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι στην εξωτερική πολιτική δεν υπάρχουν περιθώρια για ερασιτεχνισμούς ή πρόσκαιρους συμβιβασμούς χάριν μιας εφήμερης ηρεμίας. Οι χειρισμοί της κυβέρνησης Σημίτη το 1996 αποτελούν ένα μάθημα για το πώς μια τακτική υποχώρηση μπορεί να μετατραπεί σε μόνιμη στρατηγική απειλή.

Για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η τουρκική αναθεωρητικότητα, η Ελλάδα οφείλει να διατηρεί μια σταθερή, ενιαία και αδιαπραγμάτευτη στάση. Η προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας δεν μπορεί να βασίζεται σε «γκρίζες» ερμηνείες, αλλά στην αυστηρή προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, καθιστώντας σαφές σε συμμάχους και αντιπάλους ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για νέες υποχωρήσεις.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom