Αν κάποιος παρακολουθούσε το τελευταίο επεισόδιο στη Βουλή χωρίς να γνωρίζει το πλαίσιο, θα πίστευε ότι πρόκειται για δοκιμαστικό reality χαμηλού κόστους. Στην πραγματικότητα, όμως, ήταν άλλη μία παράσταση με πρωταγωνίστρια τη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία επιμένει να αντιμετωπίζει το Κοινοβούλιο όχι ως θεσμικό πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά ως προσωπικό της στούντιο προβολής.
Η αφορμή αυτή τη φορά ήταν σχεδόν σουρεαλιστική: ένα… κρακεράκι του Άδωνι Γεωργιάδη. Η αντίδραση, όμως, απολύτως προβλέψιμη. Κάμερα στο χέρι, ένταση στο κόκκινο, καταγγελίες χωρίς φρένο και ένας καταιγισμός χαρακτηρισμών που δεν παραπέμπουν σε κοινοβουλευτικό λόγο, αλλά σε κακογραμμένο σενάριο τηλεοπτικής υπερβολής. Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία εξαντλείται, φαίνεται πως απομένει μόνο η σκηνοθεσία.
Το πρόβλημα δεν είναι η ένταση – αυτή είναι σύμφυτη με τη δημοκρατία. Το πρόβλημα είναι η συστηματική διολίσθηση σε ένα ύφος που ακυρώνει κάθε έννοια σοβαρής πολιτικής συζήτησης. Οι προσωπικές επιθέσεις, οι ακραίοι υπαινιγμοί και οι βαρείς χαρακτηρισμοί δεν συνιστούν «αντισυστημική στάση», αλλά φθηνή ευκολία. Και όταν συνοδεύονται από βιντεοσκοπήσεις εντός της Ολομέλειας για χρήση στα social media, τότε η εικόνα συμπληρώνεται: η πολιτική γίνεται περιεχόμενο και η θεσμική λειτουργία «κλιπ».
Από την πολιτική στη σκηνοθεσία
Η επιμονή της Ζωής Κωνσταντοπούλου να ανεβάζει τέτοιου είδους στιγμιότυπα στο TikTok δεν είναι τυχαία. Είναι στρατηγική. Μόνο που πρόκειται για στρατηγική που επενδύει στη σύγκρουση για τη σύγκρουση, όχι στην ουσία. Ένα μόνιμο «επεισόδιο» που χρειάζεται ένταση, εχθρούς και δραματοποίηση για να συντηρηθεί. Και όσο ανεβαίνουν οι τόνοι, τόσο χαμηλώνει το επίπεδο.
Την ίδια ώρα, η αντίδραση του Προεδρείου και του Γιώργου Γεωργαντά ήταν ενδεικτική: σαφές μήνυμα ότι η Βουλή δεν είναι χώρος προσωπικής καταγραφής και αυθαίρετης προβολής. Γιατί αν καθιερωθεί αυτή η πρακτική, το Κοινοβούλιο θα μετατραπεί σε ένα ατελείωτο feed μικροπολιτικών στιγμιοτύπων, όπου η εικόνα θα υπερισχύει της ουσίας.
Η ειρωνεία είναι ότι όσοι επικαλούνται τη «διαφάνεια», καταλήγουν να εργαλειοποιούν την εικόνα για να εξυπηρετήσουν τη δική τους αφήγηση. Και τελικά, αντί να αποκαλύπτεται η πραγματικότητα, κατασκευάζεται μια άλλη – πιο θορυβώδης, πιο ακραία, αλλά σαφώς πιο βολική.
Σε αυτό το σκηνικό, η κυβέρνηση δεν χρειάζεται να απαντήσει με την ίδια ένταση. Αρκεί να αφήνει την εικόνα να μιλά από μόνη της. Γιατί όταν η πολιτική μετατρέπεται σε παράσταση, το κοινό μπορεί να χειροκροτεί στιγμιαία, αλλά δύσκολα πείθεται ότι παρακολουθεί κάτι σοβαρό.





