OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Το ΠΑΣΟΚ εντείνει την αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης με υπαινιγμούς, σενάρια και κάλεσμα κοινωνικής αντίδρασης, εγείροντας σοβαρά ζητήματα θεσμικής εκτροπής.
Η τοποθέτηση του Κώστα Τσουκαλά για την υπόθεση των υποκλοπών δεν περιορίζεται σε μια κλασική αντιπολιτευτική κριτική. Ξεπερνά τα όρια και αγγίζει ευθέως τον πυρήνα της θεσμικής λειτουργίας, καθώς επιχειρεί να αμφισβητήσει την κρίση της Δικαιοσύνης με υπαινιγμούς, σενάρια και επικίνδυνες γενικεύσεις.
Η φράση «πιστεύει κάποιος ότι τέσσερις ιδιώτες είχαν χόμπι να ακούνε υπουργούς;» δεν είναι επιχείρημα· είναι ρητορικό τέχνασμα που υποκαθιστά την τεκμηρίωση με εντυπωσιοθηρία. Όταν η ανώτατη δικαστική αρχή καταλήγει σε συγκεκριμένη κρίση, η απάντηση δεν μπορεί να είναι υπονοούμενα περί «κάποιου άλλου» που βρίσκεται πίσω από τα γεγονότα χωρίς αποδείξεις. Αυτή η τακτική δεν διαφωτίζει – θολώνει.
Μετατόπιση συζήτησης
Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια μετατόπισης της συζήτησης από τη νομική κρίση σε ένα πολιτικό αφήγημα περί «χειραγώγησης της Δικαιοσύνης». Η θέση ότι η Δικαιοσύνη πρέπει να «απογαλακτιστεί» από την εκτελεστική εξουσία παρουσιάζεται ως μεταρρυθμιστική πρόταση, αλλά χρησιμοποιείται επιλεκτικά: μόνο όταν οι αποφάσεις δεν είναι αρεστές. Αυτό δεν είναι θεσμική συνέπεια· είναι πολιτικός καιροσκοπισμός.
Το κάλεσμα προς την κοινωνία, τους δήμους και τους φορείς να πάρουν θέση απέναντι σε μια δικαστική απόφαση ανεβάζει ακόμη περισσότερο το θερμόμετρο. Όταν η πολιτική αντιπαράθεση μεταφέρεται από το Κοινοβούλιο στην «πίεση της κοινωνίας» απέναντι στη Δικαιοσύνη, τότε ανοίγει μια επικίνδυνη πόρτα: αυτή της θεσμικής απονομιμοποίησης μέσω μαζικής πίεσης.
Παράλληλα, η πρόταση να κινηθούν δικαστικά τα ίδια τα πολιτικά πρόσωπα για να «ξανανοίξει» η υπόθεση, την ώρα που καταγγέλλεται η λειτουργία της Δικαιοσύνης, δημιουργεί μια εμφανή αντίφαση. Αν το σύστημα είναι τόσο προβληματικό όσο περιγράφεται, γιατί ζητείται από αυτό να δώσει εκ νέου απαντήσεις; Και αν δεν είναι, γιατί απαξιώνεται δημόσια;
Η αναφορά σε «θέματα εθνικής ασφάλειας» και σε ενδεχόμενη εμπλοκή «ξένης δύναμης» χωρίς τεκμηρίωση ανεβάζει επικίνδυνα τους τόνους. Σε τέτοια ζητήματα, η υπευθυνότητα επιβάλλει ακρίβεια και στοιχεία – όχι υποθέσεις που ενισχύουν τη σύγχυση και τον φόβο.
Τελικά, η παρέμβαση Τσουκαλά αποτυπώνει μια αντιπολιτευτική στρατηγική που επενδύει στην ένταση και την αμφισβήτηση, αντί στην τεκμηριωμένη κριτική. Και αυτό δεν πλήττει μόνο την κυβέρνηση· πλήττει πρωτίστως την εμπιστοσύνη στους θεσμούς – κάτι που, σε μια δημοκρατία, έχει πολύ μεγαλύτερο κόστος από οποιοδήποτε πολιτικό όφελος.

