Σε μια συνέντευξη που επιχειρεί να επαναπλαισιώσει τις πιο τραυματικές στιγμές της ελληνικής οικονομικής κρίσης, ο Αλέξης Τσίπρας επανέρχεται στο 2015, μιλώντας για κλείσιμο τραπεζών, capital controls και δημοψήφισμα, την ώρα που ανοίγει παράλληλα τα χαρτιά του για νέο πολιτικό φορέα, προκαλώντας νέο κύκλο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η βασική γραμμή της τοποθέτησης είναι σαφής: αναθεώρηση επιλογών με τρόπο που επιχειρεί να τις μετατρέψει εκ των υστέρων σε «αναγκαίες στρατηγικές». Η δήλωση ότι «έπρεπε να είχα κλείσει τις τράπεζες την επόμενη των εκλογών» λειτουργεί ως πολιτικό σήμα επαναδιαπραγμάτευσης της ιστορικής ευθύνης, μετατοπίζοντας το βάρος από τις συνέπειες στις προθέσεις. Ωστόσο, η ίδια παραδοχή ανοίγει εκ νέου τη συζήτηση για το πραγματικό κόστος εκείνης της περιόδου, που η ελληνική οικονομία και κοινωνία βίωσαν με σκληρούς όρους.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αποτίμηση του δημοψηφίσματος, το οποίο χαρακτηρίζεται «κορυφαία στιγμή», παρά το γεγονός ότι έχει ταυτιστεί πολιτικά με την πλήρη ανατροπή του αποτελέσματός του. Η προσπάθεια επανανοηματοδότησης εκείνης της περιόδου δείχνει μια στρατηγική πολιτικής επιβίωσης μέσω αφήγησης, όπου τα γεγονότα δεν αμφισβητούνται ευθέως, αλλά επαναερμηνεύονται υπό νέο πρίσμα.
Παράλληλα, η αναφορά σε νέο κόμμα μέχρι τον Σεπτέμβριο επιβεβαιώνει ότι η παρέμβαση δεν είναι μόνο απολογιστική, αλλά και προπαρασκευαστική. Με αιχμές κατά της κυβέρνησης και άνοιγμα προς έναν «νέο προοδευτικό πόλο», ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να επανέλθει στο προσκήνιο, επενδύοντας σε μια πολιτική αφήγηση που ισορροπεί ανάμεσα στην αυτοκριτική και στην ανακατασκευή του παρελθόντος.





