Τσίπρας βλέπει «μεγάλο κόλπο» στη ΔΕΗ, αλλά ξεχνά τα δικά του… πειράματα στην ενέργεια

Επίθεση Τσίπρα για ΔΕΗ και ΑΜΚ με καταγγελίες περί «σκανδάλου», χωρίς τεκμηρίωση, επαναφέροντας γνώριμη ρητορική περί καρτέλ και διαφθοράς.

Με φρασεολογία υψηλών τόνων και τίτλο που παραπέμπει περισσότερο σε σύνθημα παρά σε τεκμηριωμένη παρέμβαση, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επανέλθει στο προσκήνιο καταγγέλλοντας «μεγάλο κόλπο» στη ΔΕΗ. Επιστρατεύοντας ξανά το γνώριμο μοτίβο περί «σκανδάλων» και «δημόσιου χρήματος», επιλέγει να επενδύσει πολιτικά σε εντυπώσεις, την ώρα που τα δεδομένα της ενεργειακής αγοράς και οι στρατηγικές επιλογές των επιχειρήσεων αντιμετωπίζονται με απλουστευτικές αναγνώσεις.

Ο πρώην πρωθυπουργός, με αφορμή την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ και την επενδυτική της επέκταση στο εξωτερικό, μιλά για «οικονομικό έγκλημα» και επιχειρεί να συνδέσει την ενεργειακή πολιτική της κυβέρνησης με πρακτικές διαφθοράς. Μόνο που, για ακόμη μία φορά, οι βαριές καταγγελίες δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένα στοιχεία, αλλά από γενικεύσεις και πολιτικά συμπεράσματα.

Ανάλυση με πολιτική σκοπιμότητα

Η πραγματικότητα είναι ότι η ΔΕΗ, ως εισηγμένη εταιρεία σε ένα πλήρως απελευθερωμένο ευρωπαϊκό ενεργειακό περιβάλλον, λειτουργεί με όρους αγοράς και επενδυτικής στρατηγικής. Οι αυξήσεις κεφαλαίου και η διεθνής επέκταση αποτελούν συνήθη εργαλεία ανάπτυξης, όχι «κόλπα». Η απόπειρα παρουσίασής τους ως σκανδάλου δείχνει περισσότερο πολιτική σκοπιμότητα παρά ουσιαστική ανάλυση.

Ιδιαίτερα ειρωνικό είναι ότι ο κ. Τσίπρας εμφανίζεται σήμερα ως υπερασπιστής του δημόσιου συμφέροντος στην ενέργεια, όταν επί των ημερών του η αγορά βρέθηκε αντιμέτωπη με αστάθεια, αμφιλεγόμενες επιλογές και ιδεοληπτικές προσεγγίσεις που τελικά επιβάρυναν τους καταναλωτές.

Η επίκληση, δε, ότι οι επενδύσεις στο εξωτερικό γίνονται εις βάρος της ελληνικής κοινωνίας, παραβλέπει πλήρως τη βασική αρχή ότι η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μιας επιχείρησης ενισχύει και τη συνολική της αξία — άρα και τη συμμετοχή του Δημοσίου.

Τελικά, πίσω από τον βαρύγδουπο τίτλο «το μεγάλο κόλπο», αυτό που αναδεικνύεται είναι μια ακόμη προσπάθεια πολιτικής επανατοποθέτησης μέσω καταγγελιών χωρίς βάθος. Μια ρητορική που επαναλαμβάνεται, αλλά δύσκολα πείθει — ειδικά όταν η μνήμη των επιλογών του παρελθόντος παραμένει ακόμη νωπή.