Για δεκαετίες, το ελληνικό Δημόσιο λειτουργούσε σαν αυτόνομος μηχανισμός, αποκομμένος από τον πολίτη, με δικούς του κανόνες, δικές του ταχύτητες και –κυρίως– δική του ανοχή στην ταλαιπωρία. Το «έλα αύριο», το «φέρε άλλο ένα χαρτί», το «δεν γίνεται αλλιώς» είχαν μετατραπεί σε άτυπο εθνικό δόγμα. Η σημερινή παρουσίαση του νέου νομοσχεδίου από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, Κωστή Χατζηδάκη, επιχειρεί να σπάσει αυτό το δόγμα στην πράξη και όχι στα λόγια.
Υπό τον τίτλο «Παρεμβάσεις για ένα κράτος πιο φιλικό στους πολίτες», η κυβέρνηση δεν υπόσχεται απλώς ψηφιακές βιτρίνες ή επικοινωνιακές ευκολίες. Επιχειρεί μια ευθεία σύγκρουση με τον πυρήνα της ελληνικής γραφειοκρατίας, αξιοποιώντας κάτι που σπανίως λαμβανόταν σοβαρά υπόψη: τις πραγματικές εμπειρίες των πολιτών. Τα ερωτηματολόγια του 2025 και οι συστηματικές παρεμβάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη λειτουργούν εδώ ως καθρέφτης μιας καθημερινότητας που καμία κυβέρνηση δεν μπορούσε πια να αγνοεί.
Το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: το κράτος δεν είναι αυτοσκοπός, ούτε φρούριο προστασίας της αδράνειας. Είναι εργαλείο εξυπηρέτησης. Και αν δεν προσαρμοστεί, θα αλλάξει με το ζόρι.
Λιγότερα χαρτιά, λιγότερες αυταπάτες
Η πρώτη και πιο άμεση παρέμβαση χτυπά στο νεύρο του προβλήματος. Πιστοποιητικά που ήδη κατέχει το Δημόσιο παύουν να ζητούνται ξανά και ξανά από τον πολίτη. Η αντικατάστασή τους με μια απλή υπεύθυνη δήλωση σε 15-20 κρίσιμες συναλλαγές δεν είναι απλώς τεχνική διευκόλυνση· είναι αλλαγή φιλοσοφίας. Το κράτος παύει να αντιμετωπίζει τον πολίτη ως εν δυνάμει απατεώνα και αναλαμβάνει την ευθύνη να αξιοποιεί τα δικά του δεδομένα.
Αυτή η επιλογή έχει και βαθύτερη πολιτική ανάγνωση. Σπάει ένα από τα τελευταία οχυρά του «αθάνατου ελληνικού Δημοσίου», εκεί όπου η γραφειοκρατία δεν επιβίωνε από ανάγκη, αλλά από συνήθεια. Όσοι επένδυσαν πολιτικά στη διατήρηση αυτής της κατάστασης –στο όνομα δήθεν της νομιμότητας– βρίσκονται πλέον εκτεθειμένοι. Γιατί όταν το κράτος έχει την πληροφορία και παρ’ όλα αυτά απαιτεί χαρτιά, το πρόβλημα δεν είναι θεσμικό, είναι νοοτροπίας.
Ακόμη πιο ηχηρό είναι το μήνυμα στο μέτωπο των χρόνιων αντιδικιών για ακίνητα. Η απόφαση το Δημόσιο να απέχει από διεκδικήσεις περιουσιών πολιτών, όταν η νομολογία του Αρείου Πάγου δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν πρόκειται να δικαιωθεί, βάζει τέλος σε μια πρακτική που ταλαιπώρησε χιλιάδες οικογένειες. Σαρωνίδα, Καρδίτσα και δεκάδες άλλες περιπτώσεις δεν ήταν απλώς νομικές εκκρεμότητες· ήταν σύμβολα ενός κράτους που δεν ήξερε πότε να κάνει πίσω.
Ανταγωνισμός εκεί που υπήρχε τέλμα
Η τρίτη παρέμβαση είναι ίσως η πιο πολιτικά αποκαλυπτική. Το μοντέλο των πιστοποιημένων επαγγελματιών που επιτάχυνε την έκδοση συντάξεων στον ΕΦΚΑ επεκτείνεται σε άλλους κρίσιμους τομείς, όπως οι αγροτικές επιδοτήσεις. Εκεί όπου υπήρχαν καθυστερήσεις, αδιαφάνεια και εξάρτηση από εσωτερικούς μηχανισμούς, εισάγεται πλέον ανταγωνισμός και μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αμφισβητεί ευθέως τη λογική ότι μόνο το κράτος μπορεί να εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον. Αντιθέτως, δείχνει ότι όταν μπαίνουν κανόνες, έλεγχος και αξιολόγηση, ο πολίτης κερδίζει χρόνο, χρήμα και αξιοπρέπεια. Και αυτό είναι κάτι που ενοχλεί όσους είχαν μάθει να λειτουργούν χωρίς πίεση και χωρίς συνέπειες.
Σε παραπολιτικό επίπεδο, το νομοσχέδιο Χατζηδάκη λειτουργεί και ως σιωπηρή απάντηση στην αντιπολίτευση. Όχι με καταγγελίες, αλλά με αποτελέσματα. Όταν η κυβέρνηση μιλά για «φιλικό κράτος» και το μεταφράζει σε λιγότερα χαρτιά, λιγότερες δίκες και ταχύτερες πληρωμές, τα συνθήματα περί «νεοφιλελεύθερης αποδόμησης» μοιάζουν κενά.
Το στοίχημα, βεβαίως, δεν είναι μικρό. Η γραφειοκρατία δεν παραδίδεται αμαχητί. Όμως για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, υπάρχει ένα συνεκτικό σχέδιο που δεν φοβάται να συγκρουστεί μαζί της. Και αυτό από μόνο του συνιστά πολιτικό γεγονός. Γιατί αν κάτι απέδειξε η ελληνική εμπειρία, είναι ότι το κράτος αλλάζει μόνο όταν κάποιος αποφασίσει να αλλάξει πλευρά – και να σταθεί ξεκάθαρα με τον πολίτη.





