Κοινή δήλωση Ραγκούση και Μαντζουράνη υπέρ της αποστολής φρεγατών στην Κύπρο προκαλεί αναταράξεις στον ΣΥΡΙΖΑ και εκθέτει την αμήχανη στάση Φάμελλου.
Η εικόνα ενιαίας γραμμής που επιχειρεί να παρουσιάσει η Κουμουνδούρου δοκιμάζεται ξανά, αυτή τη φορά με αφορμή την αποστολή ελληνικών φρεγατών και μαχητικών αεροσκαφών στην Κύπρο. Η κοινή δήλωση των Γιάννη Ραγκούση και Γιάννη Μαντζουράνη υπέρ της κίνησης αυτής λειτούργησε ως πολιτικός καταλύτης, αναδεικνύοντας τις υπόγειες εντάσεις στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ και εκθέτοντας την αρχική αμηχανία της ηγεσίας.
Οι δύο πρώην υπουργοί δεν άφησαν περιθώρια παρερμηνειών. Μίλησαν για «αδιαπραγμάτευτο εθνικό, ιστορικό και ηθικό καθήκον» της Ελλάδας να στηρίξει στρατιωτικά την Κυπριακή Δημοκρατία, ακόμη και με αποστολή δυνάμεων εφόσον χρειαστεί. Με άλλα λόγια, έθεσαν μια σαφή κόκκινη γραμμή: η άμυνα της Κύπρου δεν αποτελεί αντικείμενο ιδεολογικών δισταγμών. Η διατύπωση αυτή εκλήφθηκε από πολλούς ως έμμεση αλλά σαφής διόρθωση της πρώτης τοποθέτησης του Σωκράτη Φάμελλου, ο οποίος είχε επιλέξει έναν πιο επιφυλακτικό τόνο, μιλώντας για στήριξη «σε ό,τι χρειαστεί», αλλά ταυτόχρονα ζητώντας διαβεβαιώσεις ότι η Ελλάδα δεν θα εμπλακεί σε πολεμικές επιχειρήσεις.
Η αντίδραση της Κουμουνδούρου ήταν σχεδόν άμεση. Πηγές του κόμματος έσπευσαν να διαβεβαιώσουν ότι δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση γραμμής και ότι η στήριξη προς την Κύπρο είναι «αδιαπραγμάτευτη». Ωστόσο, η εξήγηση ότι η ανακοίνωση απευθυνόταν κυρίως προς τη Νέα Αριστερά δεν έπεισε πολλούς στο εσωτερικό του κόμματος, καθώς το κείμενο μιλούσε γενικά για την «Αριστερά και την προοδευτική παράταξη», χωρίς να κατονομάζει κανέναν.
Στην πραγματικότητα, η παρέμβαση Ραγκούση και Μαντζουράνη ανέδειξε κάτι βαθύτερο: την έλλειψη σαφούς πολιτικής πυξίδας στον ΣΥΡΙΖΑ σε ζητήματα εθνικής πολιτικής. Σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εξελίξεων, η ηγεσία εμφανίζεται να ισορροπεί ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, με αποτέλεσμα κάθε νέα κρίση να αποκαλύπτει τα ίδια αντανακλαστικά αμηχανίας.
Και κάπως έτσι, ενώ η Κουμουνδούρου επιμένει ότι «δεν υπάρχει θέμα», η πραγματικότητα δείχνει το αντίθετο: κάθε σοβαρό ζήτημα εξωτερικής πολιτικής μετατρέπεται σε εσωκομματικό τεστ συνοχής για έναν ΣΥΡΙΖΑ που ακόμη αναζητά σταθερό πολιτικό βηματισμό.





