Η συνταγματική αναθεώρηση δεν είναι ποτέ μια ουδέτερη διαδικασία. Είναι βαθιά πολιτική, αποκαλυπτική προθέσεων και –κυρίως– μέτρο σοβαρότητας για όσους διεκδικούν ρόλο στη διακυβέρνηση. Με το πρωινό του διάγγελμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν περιορίστηκε σε μια θεσμική υπενθύμιση υποχρεώσεων, αλλά έθεσε ξεκάθαρα το πλαίσιο: το Σύνταγμα του 1975 υπηρέτησε τη μεταπολιτευτική σταθερότητα, όμως ο κόσμος του 2026 απαιτεί τομές, όχι ανακύκλωση φοβιών.
Η επιλογή του πρωθυπουργού να μιλήσει απευθείας στους πολίτες, αλλά και να ενεργοποιήσει ταυτόχρονα την Κοινοβουλευτική Ομάδα της ΝΔ με επιστολή ουσίας, δείχνει ότι η κυβέρνηση δεν αντιμετωπίζει την αναθεώρηση ως επικοινωνιακό πυροτέχνημα. Αντιθέτως, τη βλέπει ως πεδίο σύγκρουσης με παθογένειες δεκαετιών: πολιτική ασυλία, κρατικό μονοπώλιο στην παιδεία, διοικητική ακινησία, θεσμικές γκρίζες ζώνες στη Δικαιοσύνη.
Τομές που αγγίζουν τον πυρήνα του πολιτικού συστήματος
Η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών δεν είναι απλώς ένα αίτημα «ηθικής τάξης». Είναι μια ευθεία αμφισβήτηση ενός καθεστώτος που εξέθρεψε τη δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην πολιτική τάξη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπενθυμίζει –όχι τυχαία– ότι υποστηρίζει αυτή την αλλαγή εδώ και δύο δεκαετίες, πολύ πριν γίνει μόδα η ρητορική περί «κάθαρσης». Η ουσία είναι μία: περισσότερη Δικαιοσύνη, λιγότερη πολιτική ομπρέλα.
Αντίστοιχα, το άρθρο 16 και η άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παραμένει ο μεγάλος ιδεολογικός διαχωρισμός. Από τη μία, μια κυβέρνηση που μιλά για σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα, ανταγωνιστικά πανεπιστήμια και επιλογές για τους νέους. Από την άλλη, κόμματα που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την παιδεία ως ιδεολογικό ταμπού, ακόμα κι αν η πραγματικότητα –με χιλιάδες φοιτητές στο εξωτερικό– τους έχει ήδη ξεπεράσει.
Η πρόταση για μία και μόνο εξαετή θητεία του Προέδρου της Δημοκρατίας, μακριά από μικροκομματικές σκοπιμότητες, καθώς και η ουσιαστικότερη συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, συνθέτουν ένα συνεκτικό αφήγημα θεσμικής ωρίμανσης. Όχι ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, όπως θα σπεύσουν να πουν κάποιοι, αλλά καθαρότεροι κανόνες και ισχυρότερες εγγυήσεις ανεξαρτησίας.
Συναινέσεις ή προσχήματα; Η αντιπολίτευση στο τεστ ευθύνης
Το πραγματικό παραπολιτικό ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν βρίσκεται μόνο στις προτάσεις, αλλά στην πρόσκληση. Ο πρωθυπουργός καλεί ρητά κόμματα και πολίτες σε «εποικοδομητικό προβληματισμό» και θυμίζει ότι το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει αναζήτηση συναινέσεων. Εδώ ακριβώς θα κριθούν όλοι. Διότι άλλο η γενικόλογη επίκληση της δημοκρατίας και άλλο η ψήφος των 180 βουλευτών που απαιτείται για κάθε αναθεώρηση.
Η κυβέρνηση, με οργανωμένο χρονοδιάγραμμα, ομάδα κρούσης με βαριά θεσμικά ονόματα –Γεραπετρίτης, Κουτνατζής, Στυλιανίδης, Ρουσόπουλος– και σαφή στόχο να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία εντός της άνοιξης, δείχνει έτοιμη. Το ερώτημα είναι αν η αντιπολίτευση θα προσέλθει με προτάσεις ή με καταγγελίες.
Γιατί η συζήτηση περί αξιολόγησης στο Δημόσιο και επανακαθορισμού της μονιμότητας δεν είναι τεχνοκρατική λεπτομέρεια. Είναι τομή που αγγίζει τον πυρήνα του «βαθέος κράτους». Και εδώ θα φανεί ποιοι υπερασπίζονται πραγματικά το δημόσιο συμφέρον και ποιοι επενδύουν στη διατήρηση μιας βολικής ακινησίας.
Η συνταγματική αναθεώρηση που προτείνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν υπόσχεται μαγικές λύσεις. Υπόσχεται, όμως, κάτι σπάνιο στην ελληνική πολιτική σκηνή: καθαρούς κανόνες, θεσμικό ρεαλισμό και μια ειλικρινή συζήτηση για το πώς θέλουμε να λειτουργεί το κράτος στον 21ο αιώνα. Και αυτό, είτε αρέσει είτε όχι στους επαγγελματίες της τοξικότητας, είναι μια συζήτηση που δεν γίνεται πια να αναβληθεί.





