Σε δημόσια διαβούλευση τέθηκε το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τον βαρύ αλλά ουσιαστικό τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας». Και μόνο το γεγονός ότι προηγήθηκε συμφωνία με τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι δεν πρόκειται για ακόμη ένα νομοθέτημα «γραφείου», αλλά για αποτέλεσμα πραγματικού διαλόγου – κάτι σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα των τελευταίων δεκαετιών.
Η Νίκη Κεραμέως μιλά για «νέα εποχή» στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας και, αυτή τη φορά, η φράση δεν μοιάζει υπερβολική. Το σχέδιο νόμου επιχειρεί να αποκαταστήσει ισορροπίες που χάθηκαν την περίοδο των μνημονίων, χωρίς να επιστρέφει μηχανικά σε παρωχημένες συνταγές. Περισσότερες ΣΣΕ, ευκολότερη επέκταση, υψηλότεροι μισθοί, αλλά και σταθερότητα και σαφείς κανόνες για τις επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, λιγότερη ιδεολογία και περισσότερη λειτουργικότητα.
Στον πυρήνα του νομοσχεδίου βρίσκεται η μείωση του απαιτούμενου ποσοστού κάλυψης για την επέκταση μιας κλαδικής ΣΣΕ από το 50% στο 40%. Μια τεχνική λεπτομέρεια για τους μη ειδικούς, αλλά καθοριστική για την πραγματική εφαρμογή των συλλογικών ρυθμίσεων. Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η πρόβλεψη ότι το ποσοτικό κριτήριο παρακάμπτεται πλήρως όταν συνυπογράφουν οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι, στέλνοντας σαφές μήνυμα ενίσχυσης του κοινωνικού διαλόγου έναντι της γραφειοκρατίας.
Κανόνες αντί για συνθήματα
Παράλληλα, το νομοσχέδιο επαναφέρει την πλήρη μετενέργεια των Συλλογικών Συμβάσεων, καταργώντας μια από τις πιο σκληρές μνημονιακές ρυθμίσεις του 2012. Μετά τη λήξη μιας ΣΣΕ, όλοι οι όροι της συνεχίζουν να ισχύουν, πρώτα με τρίμηνη παράταση και στη συνέχεια μέχρι τη σύναψη νέας συλλογικής ή ατομικής σύμβασης. Πρόκειται για ουσιαστική προστασία των εργαζομένων, χωρίς όμως να τινάζεται στον αέρα η λειτουργία της αγοράς εργασίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η πρόβλεψη για τους νεοπροσλαμβανόμενους, οι οποίοι καλύπτονται κανονικά από τη ΣΣΕ κατά την περίοδο της παράτασης. Έτσι αποφεύγονται πρακτικές δύο ταχυτήτων, που στο παρελθόν τροφοδότησαν στρεβλώσεις και κοινωνική ένταση.
Στο τρίτο σκέλος, η κυβέρνηση επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών μέσω ενός μηχανισμού προελέγχου για τις μονομερείς προσφυγές σε μεσολάβηση και διαιτησία. Η σύσταση τριμελούς επιτροπής στον ΟΜΕΔ, με ακαδημαϊκή και δικαστική εγγύηση κύρους, δείχνει πρόθεση σοβαρότητας και όχι εργαλειοποίησης των θεσμών.
Το παραοικονομικό συμπέρασμα είναι σαφές: η κυβέρνηση επενδύει σε μια ώριμη αγορά εργασίας, όπου οι κανόνες είναι γνωστοί εκ των προτέρων και όχι αντικείμενο πολιτικής σύγκρουσης κάθε τρεις και λίγο. Και αυτό, είτε αρέσει είτε όχι στους επαγγελματίες της καταγγελίας, είναι προϋπόθεση τόσο για κοινωνική συνοχή όσο και για βιώσιμη ανάπτυξη. Οι ιδεολογικές κραυγές μπορεί να πουλάνε στα πάνελ· οι σταθεροί κανόνες, όμως, είναι αυτοί που κρατούν όρθια την οικονομία.





