OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Με αιχμή το τρίτο πακέτο στήριξης και την παράλληλη πίεση για ευρωπαϊκό «plan b», ο Κυριάκος Μητσοτάκης στέλνει διπλό μήνυμα διαχείρισης της κρίσης: άμεση ενίσχυση στο εσωτερικό και ταυτόχρονη διεκδίκηση λύσεων σε επίπεδο ΕΕ, πριν οι επιπτώσεις της ενεργειακής και πληθωριστικής πίεσης γίνουν εντονότερες στην καθημερινότητα των πολιτών.
Από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, παρουσία του Αντόνιο Κόστα, ο πρωθυπουργός έθεσε το πλαίσιο για την επόμενη φάση της κρίσης, προειδοποιώντας ότι μια παρατεταμένη αστάθεια —ιδίως σε κρίσιμα σημεία όπως τα Στενά του Ορμούζ— μπορεί να πυροδοτήσει ευρύτερη αλυσιδωτή επιβάρυνση στην ενέργεια, την παραγωγή και τελικά στα νοικοκυριά. Σε αυτό το ενδεχόμενο, η Αθήνα ζητά έτοιμες ευρωπαϊκές απαντήσεις, απορρίπτοντας τη λογική της καθυστέρησης.
Το νέο πακέτο
Σε αυτό το φόντο εντάσσεται και το νέο πακέτο μέτρων, το οποίο αποτιμάται συνολικά στα 800 εκατ. ευρώ, συνδυάζοντας τα 500 εκατ. της νέας παρέμβασης με τα 300 εκατ. που έχουν ήδη διατεθεί για την ενεργειακή κρίση. Η κυβερνητική στόχευση εστιάζει σε ομάδες με αυξημένη πίεση: συνταξιούχους, οικογένειες με παιδιά, ενοικιαστές, αγρότες και οφειλέτες, επιχειρώντας μια διευρυμένη κάλυψη με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη διεύρυνση των δικαιούχων, με την κυβέρνηση να προτάσσει το «μαζικό» χαρακτήρα των παρεμβάσεων. Η ενίσχυση των συνταξιούχων αυξάνεται και επεκτείνεται σε περίπου 1,9 εκατομμύρια πολίτες, η επιστροφή ενοικίου καλύπτει πάνω από 1 εκατομμύριο ενοικιαστές, ενώ η έκτακτη ενίσχυση για παιδιά αγγίζει σχεδόν το 80% των οικογενειών. Παράλληλα, επανενεργοποιείται η ρύθμιση των 72 δόσεων και διευρύνεται ο εξωδικαστικός μηχανισμός, με πεδίο εφαρμογής που φτάνει εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα.
Η στρατηγική
Την ίδια στιγμή, το οικονομικό επιτελείο επιχειρεί να διαχωρίσει τη στρατηγική αυτή από λογικές παροχολογίας, υποστηρίζοντας ότι ο δημοσιονομικός χώρος προκύπτει από διαρθρωτικές παρεμβάσεις —όπως η μείωση δαπανών και η ενίσχυση των εσόδων μέσω καταπολέμησης της φοροδιαφυγής— και όχι από συγκυριακές υπεραποδόσεις. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιλογή να διατηρηθεί «μαξιλάρι» περίπου 200 εκατ. ευρώ, ως εφεδρεία απέναντι στην αβεβαιότητα της διεθνούς συγκυρίας.
Η έννοια της «ανθεκτικότητας» αναδεικνύεται έτσι σε κεντρικό πολιτικό αφήγημα: μια οικονομία που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, συνδυάζει ανάπτυξη, δημοσιονομική σταθερότητα και δυνατότητα στήριξης της κοινωνίας χωρίς να εξαντλεί τα διαθέσιμα μέσα.
Παράλληλα, το πακέτο αξιοποιείται και ως εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση απορρίπτει τις προτάσεις της αντιπολίτευσης για πιο γενικευμένες παρεμβάσεις —όπως μειώσεις ΦΠΑ— ως δημοσιονομικά επισφαλείς, επιμένοντας σε στοχευμένες ενισχύσεις με άμεσο αποτέλεσμα. Στην ίδια γραμμή, επιχειρεί να εμφανίσει την κριτική περί «ανεπαρκών μέτρων» ως αποκομμένη από τους πραγματικούς περιορισμούς της οικονομίας, υποστηρίζοντας ότι τυχόν μεγαλύτερες παροχές θα υπονόμευαν τη σταθερότητα που έχει επιτευχθεί.
Συνολικά, η κυβερνητική στρατηγική κινείται σε δύο επίπεδα: άμεση απορρόφηση κραδασμών στο εσωτερικό και ταυτόχρονη πίεση για ευρωπαϊκές λύσεις, με στόχο να προληφθεί μια βαθύτερη κρίση πριν αυτή αποτυπωθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία.

