Σε μια εποχή όπου ο ιστορικός αναθεωρητισμός, η μισαλλοδοξία και ο εύκολος λαϊκισμός βρίσκουν ξανά χώρο στον δημόσιο λόγο, η παρέμβαση της Σοφίας Ζαχαράκη για τη Διεθνή Ημέρα Μνήμης του Ολοκαυτώματος αποκτά ιδιαίτερη πολιτική και παιδαγωγική βαρύτητα. Όχι ως μια τυπική θεσμική δήλωση, αλλά ως σαφές μήνυμα ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να σταθεί χωρίς επίγνωση του παρελθόντος της.
Η υπουργός Παιδείας υπενθυμίζει κάτι που συχνά αποσιωπάται: το Ολοκαύτωμα δεν είναι μια «ξένη» ιστορία. Είναι κομμάτι της ελληνικής συλλογικής μνήμης, με περισσότερους από 62.000 Έλληνες Εβραίους να εξοντώνονται και ολόκληρες κοινότητες να αφανίζονται. Η αναφορά αυτή δεν γίνεται για λόγους συμβολισμού, αλλά για να καταδειχθεί ότι η αδιαφορία, η σιωπή και ο φανατισμός δεν είναι αφηρημένες έννοιες – έχουν ιστορικό αποτύπωμα και τραγικές συνέπειες.
Η κυβέρνηση επιλέγει συνειδητά να μεταφέρει τη μνήμη από το επίπεδο της επετείου στο επίπεδο της εκπαίδευσης. Οι δράσεις στα σχολεία, ο μαθητικός διαγωνισμός για το Ολοκαύτωμα, αλλά και η βιωματική επαφή των μαθητών με τόπους μνήμης, δείχνουν μια στρατηγική που αντιμετωπίζει την Παιδεία ως ασπίδα απέναντι στον αντισημιτισμό και τη μισαλλοδοξία. Όχι με διδακτισμό, αλλά με γνώση και ενσυναίσθηση.
Το μήνυμα της Σοφίας Ζαχαράκη είναι σαφές και πολιτικά καθαρό: η δημοκρατία δεν απειλείται μόνο από ακραίες πράξεις, αλλά και από τη λήθη. Και το σχολείο οφείλει να είναι ο χώρος όπου οι νέες γενιές μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τον κίνδυνο του φανατισμού πριν αυτός μετατραπεί σε κανονικότητα.
Σε μια περίοδο γενικευμένης αμφισβήτησης των θεσμών, η επιλογή της κυβέρνησης να επενδύσει στη μνήμη ως θεμέλιο της δημοκρατικής συνύπαρξης δεν είναι απλώς σωστή· είναι αναγκαία.





