Προϋπολογισμός 2026: Η χρυσή ευκαιρία της Ελλάδας για ανάκαμψη και κοινωνική δίκαιη μετάβαση

Ο προϋπολογισμός του 2026 που κατατέθηκε στη Βουλή ανοίγει ένα παράθυρο αισιοδοξίας για την ελληνική οικονομία και την κοινωνία — αν όμως οι στόχοι του υλοποιηθούν, μπορεί να αποτελέσει τη βάση για μια πιο σταθερή, παραγωγική και δίκαιη Ελλάδα.

Οφέλη για την ελληνική κοινωνία

Πρώτον, ο σχεδιασμός του προϋπολογισμού φέρνει σαφή ανακούφιση για τη μεσαία τάξη. Οι προβλεπόμενες φορολογικές ελαφρύνσεις εστιάζουν στα νοικοκυριά με εισοδήματα από περίπου 20.000 έως 60.000 €, ενώ δίνει έμφαση στους νέους και στις οικογένειες με παιδιά. Το αποτέλεσμα θα είναι περισσότερα χρήματα στο πορτοφόλι των πολιτών και — πιθανότατα — αυξημένη αγοραστική δύναμη.

Παράλληλα, ένα σημαντικό του στοιχείο είναι η στόχευση στη μείωση της φτώχειας. Η κυβέρνηση υπολογίζει ότι οι παρεμβάσεις θα μειώσουν το ποσοστό φτώχειας και θα «σηκώσουν» έως και 250.000 ανθρώπους πάνω από το όριο ακραίας φτώχειας. Αυτό είναι όχι μόνο κοινωνικά κρίσιμο, αλλά και θεμέλιος λίθος για κοινωνική συνοχή: μια χώρα όπου οι ευάλωτοι πολίτες αισθάνονται ότι συμμετέχουν στην ευημερία, είναι λιγότερο επιρρεπής σε κρίσεις και περισσότερο ανθεκτική.

Η προβλεπόμενη πτώση του πληθωρισμού προς το 2,2% συμβάλλει επίσης στην ανακούφιση του κόστους ζωής, ειδικά για νοικοκυριά με σταθερά ή χαμηλά εισοδήματα. Η σταθεροποίηση των τιμών σημαίνει λιγότερη οικονομική αβεβαιότητα για την καθημερινότητα των οικογενειών.

Ακόμη, η ισχυρή στόχευση στη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος δείχνει ότι η κυβέρνηση θέλει να εξασφαλίσει δημοσιονομική βιωσιμότητα. Αυτό θα μπορούσε να φέρει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους πολίτες για το μέλλον και να ανοίξει τον δρόμο για σταδιακή αύξηση των κοινωνικών δαπανών — χωρίς να διακινδυνεύει τη σταθερότητα.

Τέλος, η ενίσχυση του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων λειτουργεί ως όχημα για κοινωνική αναβάθμιση: υποδομές, νέες τεχνολογίες, πράσινη ενέργεια και ψηφιοποίηση μπορούν να βελτιώσουν την καθημερινότητα των πολιτών — από καλύτερους δρόμους και μεταφορές, μέχρι πιο αποτελεσματικές δημόσιες υπηρεσίες.

Προοπτικές για την ελληνική οικονομία

Από οικονομικής άποψης, ο προϋπολογισμός του 2026 στέλνει το μήνυμα ότι η Ελλάδα επιδιώκει ανάπτυξη με συνέπεια και σταθερότητα. Η πρόβλεψη για ρυθμό ανάπτυξης 2,4% το 2026 είναι φιλόδοξη, αλλά ρεαλιστική, και δείχνει ότι η χώρα δεν αποσκοπεί σε βραχυπρόθεσμα «σπριντ», αλλά σε ένα πιο βιώσιμο, μακροχρόνιο μονοπάτι.

Οι αυξημένες επενδύσεις — δημόσιες αλλά και ιδιωτικές — είναι κρίσιμο στοιχείο του σχεδίου. Η ενίσχυση των επενδύσεων μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας υψηλής προστιθέμενης αξίας και να αναβαθμίσει σημαντικά κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως η ενέργεια, η τεχνολογία και οι υποδομές.

Παράλληλα, η μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, αν υλοποιηθεί, θα ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας στις αγορές. Με χαμηλότερο χρέος, η Ελλάδα μπορεί να δανείζεται φθηνότερα, να μειώνει το κόστος εξυπηρέτησης των δανείων της και να απελευθερώνει πόρους για επενδύσεις σε παραγωγικούς και κοινωνικούς τομείς.

Με άλλα λόγια, ο προϋπολογισμός του 2026 δεν είναι απλά ένα έγγραφο δαπανών· είναι ένας χάρτης στρατηγικής για την επόμενη φάση ανάκαμψης της χώρας — αν βέβαια οι υποσχέσεις του γίνουν πράξη.

Σενάρια πρόβλεψης για την ελληνική οικονομία (2026–2030)

Αναλύοντας τα δεδομένα, μπορούν να διαμορφωθούν τρία βασικά σενάρια για το πού μπορεί να οδηγήσει η Ελλάδα τη δεκαετία του 2020, με αφετηρία τον προϋπολογισμό του 2026:

  1. Βασικό σενάριο: Η Ελλάδα ακολουθεί τις προβλέψεις του Υπουργείου Οικονομικών — ανάπτυξη 2,4% το 2026, αργότερα 2,0–1,6%, και σταδιακή μείωση του δημόσιου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η ανεργία υποχωρεί σταδιακά. Σε αυτό το σενάριο, η χώρα κερδίζει σε σταθερότητα και αξιοπιστία, χωρίς όμως θεαματικές «εκτοξεύσεις» της οικονομίας.
  2. Αισιόδοξο σενάριο: Αν η απορρόφηση των ευρωπαϊκών κεφαλαίων επιταχυνθεί και έρθουν περισσότερες ιδιωτικές επενδύσεις, τότε η ανάπτυξη μπορεί να αγγίξει 3,0–3,5% βραχυπρόθεσμα. Το δημόσιο χρέος υποχωρεί γρηγορότερα, οι θέσεις εργασίας πολλαπλασιάζονται και η κοινωνική συνοχή ενισχύεται. Αυτό θα σημαίνει όχι μόνο καλύτερα εισοδήματα, αλλά και μεγαλύτερη διασφάλιση των δημοσίων οικονομικών.
  3. Απαισιόδοξο σενάριο: Υπάρχει ο κίνδυνος εξωτερικών σοκ — υψηλότερο ενεργειακό κόστος, γεωπολιτικές εντάσεις ή αποτυχία υλοποίησης των επενδύσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, η ανάπτυξη μπορεί να περιοριστεί κάτω από 1,5%, ενώ το δημόσιο χρέος μπορεί να αυξηθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ και η ανεργία να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα. Αυτό θα οδηγούσε σε δημοσιονομική πίεση και ενδεχομένως σε περιορισμό των κοινωνικών δαπανών.

Το κρίσιμο σημείο ανάμεσα στα τρία σενάρια είναι σαφές: η διαφορά μεταξύ επιτυχίας και ανατροπής δεν είναι μαθηματική· είναι πολιτική και διοικητική. Η απορρόφηση των κονδυλίων, η ποιότητα των δημοσίων επενδύσεων, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα και η συνέπεια στη δημοσιονομική πολιτική θα καθορίσουν ποιο από τα τρία μονοπάτια θα ακολουθήσει η χώρα.

«Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί»

Ο προϋπολογισμός του 2026 δεν αποτελεί απλώς έναν αριθμητικό χάρτη, αλλά μια στρατηγική επιλογή: είτε θα εξελιχθεί σε μοχλό δίκαιης και βιώσιμης ανάκαμψης, είτε θα παραμείνει μια ακόμα «υπόσχεση» μπροστά σε πιθανούς κινδύνους.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια σπάνια συγκυρία: πιο δίκαιη φορολογία, κοινωνική ενσωμάτωση, ενίσχυση της ποιότητας ζωής. Η οικονομία έχει τη δυνατότητα να αποκτήσει νέα δυναμική μέσω επενδύσεων, ανταγωνιστικότητας και σταθερότητας.

Η ευκαιρία είναι εδώ — αλλά δεν έρχεται αυτόματα. Απαιτεί σχέδιο, επιμονή και πραγματικό όραμα. Αν η Ελλάδα κινηθεί προσεκτικά και αποφασιστικά, ο προϋπολογισμός του 2026 μπορεί να γίνει η αφετηρία ενός πιο φωτεινού, σταθερού και δίκαιου μέλλοντος για όλους.