Προκλητική κίνηση της Τουρκίας: Μαχητικά στα κατεχόμενα την ημέρα επίσκεψης Μητσοτάκη και Μακρόν

Η αποστολή τουρκικών F-16 στα κατεχόμενα επιχειρεί να σκιάσει την παρουσία Μητσοτάκη και Μακρόν στην Κύπρο, αλλά αναδεικνύει την ευρωπαϊκή απομόνωση της Άγκυρας.

Η Άγκυρα δεν χάνει ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι η ένταση αποτελεί για αυτήν βασικό εργαλείο εξωτερικής πολιτικής. Η απόφαση για αποστολή έξι μαχητικών F-16 στο παράνομο αεροδρόμιο της Τύμπου, λίγες ώρες πριν από την άφιξη του Κυριάκου Μητσοτάκη και του Εμανουέλ Μακρόν στην Κύπρο, μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Πρόκειται για μια κίνηση με σαφή συμβολισμό και προφανή στόχο: να δείξει ότι η Τουρκία επιχειρεί να επιβάλει την παρουσία της στην Ανατολική Μεσόγειο, ακόμη και μέσω θεατρικών στρατιωτικών κινήσεων.

Ωστόσο, η πραγματικότητα πίσω από τη σκηνοθετημένη επίδειξη ισχύος είναι πολύ πιο σύνθετη. Γιατί η συγκυρία της επίσκεψης των ηγετών Ελλάδας και Γαλλίας στην Κύπρο δεν είναι απλώς μια διπλωματική στιγμή. Είναι ένα πολιτικό μήνυμα για τη σταθερότητα και τη συνεργασία στην περιοχή, την ώρα που η Ανατολική Μεσόγειος δοκιμάζεται από γεωπολιτικές εντάσεις.

Η Τουρκία, αντιθέτως, επιλέγει να απαντήσει με μια γνωστή συνταγή: στρατιωτικές κινήσεις υψηλού συμβολισμού, συνοδευόμενες από το αφήγημα της «ασφάλειας». Η δικαιολογία που διακινείται από αξιωματούχους του ψευδοκράτους ότι τα F-16 φτάνουν «για λόγους προστασίας» δεν πείθει κανέναν. Αντιθέτως, ενισχύει την εντύπωση ότι πρόκειται για ακόμη μία προσπάθεια της Άγκυρας να δημιουργήσει τετελεσμένα.

Η διπλωματική εικόνα που ενοχλεί την Άγκυρα

Το πραγματικό πρόβλημα για την τουρκική ηγεσία δεν είναι η ασφάλεια των κατεχομένων. Είναι η πολιτική εικόνα που διαμορφώνεται στην περιοχή. Η παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού και του Γάλλου προέδρου στην Κύπρο, σε συνδυασμό με τη στενή συνεργασία Αθήνας-Λευκωσίας-Παρισιού, υπενθυμίζει ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πεδίο μονομερών κινήσεων αλλά χώρος ευρωπαϊκής στρατηγικής.

Αυτό ακριβώς είναι που επιχειρεί να θολώσει η Άγκυρα με τις στρατιωτικές κινήσεις της. Όμως η επιλογή αυτή έχει και το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να αναδεικνύει ισχύ, συχνά αποκαλύπτει μια πολιτική αμηχανία: την ανάγκη να δημιουργηθούν εντυπώσεις την ώρα που το διπλωματικό σκηνικό διαμορφώνεται αλλού.

Η Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, έχει επενδύσει συστηματικά στην οικοδόμηση συμμαχιών και στη διεθνοποίηση των ζητημάτων της Ανατολικής Μεσογείου. Από τη στρατηγική σχέση με τη Γαλλία μέχρι τις τριμερείς συνεργασίες στην περιοχή, το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται οι περιφερειακές ισορροπίες έχει αλλάξει αισθητά.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι κινήσεις επίδειξης ισχύος μπορεί να προκαλούν στιγμιαίο θόρυβο, αλλά δύσκολα αλλάζουν τους πραγματικούς συσχετισμούς.

Η αποστολή των τουρκικών μαχητικών στα κατεχόμενα εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική της Άγκυρας να αναβαθμίζει σταδιακά τις παράνομες υποδομές της στην Κύπρο. Η χρήση του αεροδρομίου της Τύμπου για στρατιωτικούς σκοπούς, ακόμη και προσωρινά, αποτελεί ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση της στρατιωτικής εδραίωσης της κατοχής.

Αλλά όσο η Τουρκία επιλέγει τέτοιες κινήσεις, τόσο περισσότερο ενισχύεται η ανάγκη για ευρωπαϊκή και διεθνή εγρήγορση απέναντι σε πρακτικές που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο.

Τελικά, η κίνηση της Άγκυρας μπορεί να είχε στόχο να δημιουργήσει εντυπώσεις την ημέρα μιας σημαντικής ευρωπαϊκής παρουσίας στην Κύπρο. Όμως το αποτέλεσμα ίσως είναι διαφορετικό: να αναδειχθεί ακόμη πιο καθαρά ποιοι επενδύουν στη συνεργασία και τη σταθερότητα και ποιοι εξακολουθούν να ποντάρουν στην ένταση.

Και αυτό, στη διπλωματία της Ανατολικής Μεσογείου, συχνά λέει πολύ περισσότερα από μια πτήση μαχητικών αεροσκαφών.