Σφοδρή ρητορική της Ζωής Κωνσταντοπούλου για Βιολάντα και Τέμπη με καταγγελίες περί «παρακράτους» και «στημένων δικών» χωρίς τεκμηριωμένα στοιχεία.
Με μια ομιλία που κινήθηκε στα όρια της πολιτικής υπερβολής, η Ζωή Κωνσταντοπούλου επιχείρησε να μετατρέψει τη Βουλή σε σκηνή καταγγελίας, εξαπολύοντας πυρά κατά της κυβέρνησης και προσωπικά κατά του Υπουργού Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης. Επικαλούμενη τις υποθέσεις «Βιολάντα» και Τεμπών, μίλησε για «παρακράτος», «συγκάλυψη» και «στημένες δίκες», υιοθετώντας μια ρητορική που περισσότερο θυμίζει πολιτικό μανιφέστο οργής παρά θεσμική παρέμβαση.
Στην υπόθεση της μήνυσης κατά του κ. Γεωργιάδη, η πρόεδρος της Πλεύση Ελευθερίας μίλησε για «δίκτυο πληροφοριοδοτών» και υπόγειες διαρροές από την αστυνομία και την εισαγγελία. Ωστόσο, αντί να προσφύγει με συγκεκριμένα στοιχεία στη Δικαιοσύνη ή να ζητήσει θεσμικό έλεγχο με σαφείς αποδείξεις, επέλεξε τη γενικευμένη καταγγελία από το βήμα της Βουλής. Όταν βαριές κατηγορίες εκτοξεύονται χωρίς απτά δεδομένα, δεν ενισχύεται η διαφάνεια — καλλιεργείται η καχυποψία.
Ακόμη πιο προβληματική ήταν η διαχείριση της τραγωδίας των Τεμπών. Οι αναφορές περί «βίαιων εκταφών κατόπιν κυβερνητικής εντολής» και «στημένης δίκης» συνιστούν ευθεία αμφισβήτηση της Δικαιοσύνης και των θεσμών. Πρόκειται για ισχυρισμούς εξαιρετικά βαρείς, που αν δεν συνοδεύονται από αδιάσειστα στοιχεία, μετατρέπονται σε πολιτική εκμετάλλευση ενός εθνικού πένθους. Η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι εργαλείο αντιπολιτευτικής έντασης· είναι αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης που απαιτεί σοβαρότητα και θεσμικό σεβασμό.
Στην υπόθεση της «Βιολάντα», η στοχοποίηση υπουργών και πρώην αυτοδιοικητικών στελεχών με όρους προεξοφλημένης ενοχής υποκαθιστά τη δικαστική κρίση. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν μπορεί να λειτουργεί με λογική λαϊκού δικαστηρίου. Η κυβέρνηση ελέγχεται θεσμικά, όχι με κραυγές περί «κολλητών» και «κάλυψης εγκλημάτων».
Η στρατηγική είναι εμφανής: διαρκής ένταση, απόλυτοι χαρακτηρισμοί, δραματοποίηση κάθε εξέλιξης. Πρόκειται για μια πολιτική γραμμή που επενδύει στον θυμό και στην απαξίωση των θεσμών, επιχειρώντας να πείσει ότι όλα είναι σάπια και όλα ελέγχονται. Όμως σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και η θεσμική σοβαρότητα δεν είναι προαιρετικές.
Η αντιπολίτευση οφείλει να είναι σκληρή. Όταν όμως η ρητορική φτάνει στο σημείο να παρουσιάζει τη χώρα ως καθεστώς παρακράτους και τις δικαστικές διαδικασίες ως εκ των προτέρων «στημένες», τότε δεν μιλάμε απλώς για υπερβολή — μιλάμε για συνειδητή καλλιέργεια θεσμικής απονομιμοποίησης. Και αυτό, τελικά, δεν πλήττει την κυβέρνηση· πλήττει τη δημοκρατική σταθερότητα.





