Το ΠΑΣΟΚ ζητά λογοδοσία από το Υπερταμείο, επενδύοντας στη ρητορική περί διαφάνειας, αλλά η πολιτική μνήμη δεν ξεκινά το 2026.
Με επιστολή προς τη Βουλή, το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής ζητά την κλήση της διοίκησης του Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας – του γνωστού Υπερταμείου – για «ουσιαστικό κοινοβουλευτικό έλεγχο». Η διατύπωση βαριά: «αδράνεια λογοδοσίας», «καθεστώς επιτροπείας», «πλήρης αδιαφάνεια». Μόνο που το Υπερταμείο δεν ιδρύθηκε χθες· λειτουργεί από το 2016, με συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Η καθυστερημένη αγανάκτηση έχει πάντα πολιτικό timing.
Το ΠΑΣΟΚ θυμίζει ότι είχε καταψηφίσει την ίδρυσή του και ότι προτείνει «Ταμείο Εθνικού Πλούτου». Θεμιτή πολιτική θέση. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι η χώρα πέρασε μνημόνια, εποπτεία και δημοσιονομικούς περιορισμούς που διαμόρφωσαν το συγκεκριμένο μοντέλο. Αν η κριτική είναι πως απαιτείται αναβάθμιση διαφάνειας και στρατηγικής, να συζητηθεί. Αν όμως η ρητορική περιορίζεται σε «εκποίηση» και «αναξιοποίηση» χωρίς κοστολογημένη εναλλακτική, τότε περισσότερο ακούγεται ως σύνθημα παρά ως σχέδιο διακυβέρνησης.
Η επίκληση της «ευρωπαϊκής πρακτικής» επίσης έχει ενδιαφέρον. Σε πολλές χώρες, αντίστοιχα ταμεία λειτουργούν ως επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, με σαφή λογοδοσία αλλά και ευελιξία. Το ερώτημα είναι αν το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει θεσμική βελτίωση του υφιστάμενου σχήματος ή αν απλώς επιχειρεί να ξανανοίξει ιδεολογικά μέτωπα που είχαν κλείσει με δύσκολους συμβιβασμούς.
Στο τέλος, η απαίτηση για κοινοβουλευτικό έλεγχο είναι αυτονόητη σε μια δημοκρατία. Εκεί όμως που ξεχωρίζει η σοβαρή αντιπολίτευση από την πολιτική σημειολογία είναι στην πρόταση: ποιο μοντέλο, με ποια κεφαλαιακή δομή, με ποιους μηχανισμούς λογοδοσίας και με ποια αναπτυξιακή στόχευση; Χωρίς αυτά, η «θεσμική ευαισθησία» κινδυνεύει να εκληφθεί ως ακόμα ένα επεισόδιο αντιπολιτευτικής υπερβολής.





