Την ώρα που οι πολίτες ζητούν ουσιαστικές λύσεις και όχι κραυγές, η κυβέρνηση δείχνει για ακόμη μία φορά ότι επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ευθύνης. Η παρέμβαση του υπουργού Ανάπτυξης Τάκη Θεοδωρικάκου για τις αυξήσεις στα ασφάλιστρα Υγείας δεν ήταν ούτε επικοινωνιακή ούτε προσχηματική. Ήταν μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή υπέρ των καταναλωτών, σε έναν ευαίσθητο τομέα που επί χρόνια λειτουργούσε με στρεβλώσεις.
Η κατάργηση του δείκτη του ΙΟΒΕ, που είχε αποδειχθεί μονοδιάστατος και ευνοούσε αδικαιολόγητες αυξήσεις, και η ανάθεση στην ΕΛΣΤΑΤ της δημιουργίας νέου, αντικειμενικού δείκτη, αποτελούν θεσμικές τομές. Όχι συνθήματα. Και μέχρι να τεθεί σε εφαρμογή το νέο πλαίσιο, η κυβέρνηση δεν έμεινε με σταυρωμένα χέρια: άσκησε πίεση στις ασφαλιστικές, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι οι αυξήσεις δεν μπορούν να ξεπερνούν τα περσινά όρια.
Απέναντι σε αυτή τη στάση, το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως «ρυθμιστής» των εξελίξεων, διεκδικώντας εύσημα για παρεμβάσεις που έγιναν από την κυβέρνηση, με νομοθετικές πρωτοβουλίες και πολιτικό κόστος. Το επιχείρημα ότι οι ασφαλιστικές «υποχώρησαν» λόγω κοινοβουλευτικής πίεσης και όχι λόγω κυβερνητικών αποφάσεων μοιάζει περισσότερο με ευσεβή πόθο παρά με σοβαρή πολιτική ανάλυση.
Η ουσία είναι μία: για πρώτη φορά μπαίνει τάξη σε μια αγορά που επί χρόνια λειτουργούσε εις βάρος των ασφαλισμένων, ιδίως των ηλικιωμένων που πλήρωναν μια ζωή και τιμωρούνταν όταν χρειάζονταν την κάλυψη. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν φοβήθηκε να συγκρουστεί με κατεστημένες πρακτικές, χωρίς λαϊκιστικά πλαφόν που θα τίναζαν την αγορά στον αέρα.
Και αυτό, όσο κι αν ενοχλεί την αντιπολίτευση, είναι πολιτική με αποτέλεσμα.





