OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Η προσπάθεια της Μαρίας Καρυστιανού να εμφανίσει το νέο πολιτικό εγχείρημα ως ένα «υπερκομματικό κίνημα ελπίδας» αρχίζει ήδη να σκοντάφτει σε πρόσωπα, διασυνδέσεις και συμβολισμούς που δημιουργούν εύλογα πολιτικά ερωτήματα. Και αυτά τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τη φυσιογνωμία του κόμματος που ετοιμάζεται να παρουσιάσει στη Θεσσαλονίκη, αλλά κυρίως το γεωπολιτικό και ιδεολογικό αποτύπωμα που φαίνεται να αποκτά πριν ακόμη γεννηθεί επισήμως.
Η παρουσία ανθρώπων με τόσο στενή και πολυεπίπεδη σύνδεση με τη Ρωσία δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε τυχαία ούτε πολιτικά αδιάφορη. Ο επιχειρηματίας Γιάννης Μωισίδης, με συμμετοχή σε ρωσικά κρατικά projects τεχνολογίας και επαφές με κύκλους εξουσίας της Μόσχας. Ο Στράτος Σιουρδάκης, που προβάλλει ανοιχτά τη ρωσική πολιτιστική και κοινωνική επιρροή μέσω των δραστηριοτήτων του στην Αγία Πετρούπολη. Και φυσικά ο Θανάσης Αυγερινός, ίσως ο πιο αναγνωρίσιμος φιλορωσικός δημοσιογραφικός λόγος στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Όλοι μαζί συνθέτουν μια εικόνα που δύσκολα περνά απαρατήρητη.
Το πρόβλημα για την Καρυστιανού δεν είναι ότι κάποιοι συνεργάτες της έχουν επαγγελματικές ή προσωπικές σχέσεις με τη Ρωσία. Το πρόβλημα είναι ότι το νέο κόμμα επιχειρεί να εμφανιστεί ως κάτι «νέο», «καθαρό» και «έξω από το σύστημα», ενώ γύρω του διαμορφώνεται ένα πλέγμα προσώπων με σαφές ιδεολογικό και γεωπολιτικό φορτίο. Και μάλιστα σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ανοιχτή σύγκρουση με τη Μόσχα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία.
Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη πολιτική σημασία όταν συνδυάζεται με τη ρητορική περί «αντισυστημικού κινήματος», «αμεσοδημοκρατίας» και «υπέρβασης αριστεράς-δεξιάς». Πρόκειται για μια συνταγή που έχουμε δει επανειλημμένα στην Ευρώπη: κόμματα που επιχειρούν να εκφράσουν τη γενικευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια, ντύνοντας τον πολιτικό λαϊκισμό με εθνικά, μεταπολιτικά ή «πατριωτικά» χαρακτηριστικά. Και πολύ συχνά, σε τέτοιου τύπου εγχειρήματα, η ρωσική επιρροή λειτουργεί είτε ως ιδεολογικός άξονας είτε ως σημείο αναφοράς απέναντι στη Δύση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Η ίδια η Καρυστιανού μέχρι στιγμής αποφεύγει επιμελώς να τοποθετηθεί σε κρίσιμα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Δεν απαντά ξεκάθαρα για τη στάση της απέναντι στη Ρωσία, στην ευρωπαϊκή πορεία της χώρας ή στις διεθνείς συμμαχίες της Ελλάδας. Αυτό το κενό επιτρέπει στους συνεργάτες, στους συμβολισμούς και στις δημόσιες εικόνες να μιλούν από μόνοι τους. Και όταν αυτοί οι συμβολισμοί αποκτούν τόσο έντονο «ρωσικό αποτύπωμα», τότε το πολιτικό μήνυμα γίνεται αναπόφευκτα σαφές.
Παράλληλα, η επιλογή της Θεσσαλονίκης ως αφετηρίας δεν είναι μόνο οργανωτική. Είναι βαθιά πολιτική. Η Βόρεια Ελλάδα αποτελεί εδώ και χρόνια πεδίο ανάπτυξης αντισυστημικών, εθνικολαϊκών και φιλορωσικών αφηγήσεων, με έντονη επιρροή σε ακροατήρια που αισθάνονται αποστασιοποιημένα από το πολιτικό σύστημα και δύσπιστα απέναντι στη Δύση. Δεν είναι τυχαίο ότι το νέο εγχείρημα φαίνεται να «κοιτά» εκλογικά προς δεξαμενές της Ελληνικής Λύσης, της ΝΙΚΗΣ αλλά και της ψήφου διαμαρτυρίας.
Η πραγματική πρόκληση για την Καρυστιανού αρχίζει τώρα. Μέχρι σήμερα λειτουργούσε κυρίως ως συμβολικό πρόσωπο συνδεδεμένο με την τραγωδία των Τεμπών και την κοινωνική οργή. Η μετάβαση όμως από την κοινωνική καταγγελία στην κομματική πολιτική απαιτεί καθαρές θέσεις, διαφάνεια και σαφείς απαντήσεις. Και όσο αυτές οι απαντήσεις δεν δίνονται, τόσο θα ενισχύεται η εντύπωση ότι πίσω από το «κίνημα ελπίδας» διαμορφώνεται ένα ακόμη πολιτικό μόρφωμα με θολές γραμμές, αντισυστημική ρητορική και έντονες γεωπολιτικές σκιές.

