OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Με πολιτικό «μασάζ» αλλά και σαφείς κόκκινες γραμμές, το Μαξίμου επιχειρεί να κλείσει ρωγμές και να επαναφέρει πειθαρχία ενόψει συνεδρίου.
Η εικόνα μιας παράταξης που «βράζει» κάτω από την επιφάνεια δεν είναι ακριβώς αυτή που θα ήθελε να εκπέμψει το Μέγαρο Μαξίμου — αλλά ούτε και αυτή που πραγματικά αποτυπώνει την κατάσταση. Γιατί πίσω από τους υπερβολικούς τίτλους περί «ρήγματος» και «ανταρσίας», η πραγματικότητα είναι πολύ πιο πεζή: μια κυβέρνηση που λειτουργεί, παράγει αποτέλεσμα και ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τη γνωστή, διαχρονική ελληνική πολιτική παθογένεια — τη νευρικότητα των βουλευτών όταν πλησιάζει ο εκλογικός κύκλος.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δείχνει να το γνωρίζει καλά. Και γι’ αυτό ακριβώς κινείται σε δύο παράλληλες γραμμές: από τη μία δεν επιλέγει τη μετωπική σύγκρουση, από την άλλη όμως δεν αφήνει ούτε χιλιοστό αμφισβήτησης στο βασικό μοντέλο διακυβέρνησης που ο ίδιος έχει επιβάλει από το 2019. Το περίφημο «επιτελικό κράτος» δεν είναι διαπραγματεύσιμο — και αυτό έχει γίνει απολύτως σαφές.
Η στρατηγική
Η στρατηγική είναι προφανής: εκτόνωση χωρίς υποχώρηση. Γι’ αυτό και το τελευταίο διάστημα βλέπουμε μια σειρά από κινήσεις χαμηλών τόνων, επαφές, δείπνα, τηλεφωνήματα — το λεγόμενο πολιτικό «μασάζ». Όχι από αδυναμία, αλλά από ανάγκη διαχείρισης. Διότι σε μια παράταξη εξουσίας, οι εσωτερικές ισορροπίες είναι εξίσου κρίσιμες με την κυβερνητική αποτελεσματικότητα.
Το πρόβλημα για ορισμένους βουλευτές δεν είναι ιδεολογικό — είναι βαθιά πολιτικό και, σε αρκετές περιπτώσεις, τοπικό. Πίεση από εκλογικές περιφέρειες, παράπονα για καθυστερήσεις έργων, ανάγκη διαφοροποίησης για λόγους επιβίωσης. Τίποτα καινούργιο. Το καινούργιο είναι ότι κάποιοι επιχειρούν να «ντύσουν» αυτή την πίεση με έναν πιο θεσμικό μανδύα, αμφισβητώντας εμμέσως το μοντέλο λειτουργίας της κυβέρνησης.
Εδώ όμως έρχεται η ξεκάθαρη απάντηση του πρωθυπουργού: άλλο η εκτελεστική εξουσία, άλλο η νομοθετική. Με άλλα λόγια, οι ρόλοι είναι διακριτοί — και δεν υπάρχει χώρος για παρερμηνείες ή, ακόμη περισσότερο, για συγχωνεύσεις που θα οδηγούσαν σε ένα άτυπο καθεστώς «συγκυβέρνησης» με βουλευτές. Το μήνυμα ήταν σαφές και δεν επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις.
Και εδώ βρίσκεται και η ουσία της σύγκρουσης που επιχειρούν κάποιοι να διογκώσουν: το επιτελικό κράτος ως μηχανισμός συντονισμού και αποτελεσματικότητας απέναντι σε μια πιο «παραδοσιακή» αντίληψη πολιτικής λειτουργίας, όπου ο βουλευτής διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στη διαχείριση της εξουσίας. Μόνο που η πρώτη επιλογή έχει ήδη αποδείξει ότι φέρνει αποτέλεσμα.
Τα παραδείγματα είναι πολλά και μετρήσιμα. Από την απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης μέχρι τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τις στοχευμένες πολιτικές σε κρίσιμους τομείς, η κυβέρνηση έχει οικοδομήσει ένα αφήγημα αποτελεσματικότητας που δύσκολα αμφισβητείται στην πράξη. Και αυτό είναι που ενοχλεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο: ότι το μοντέλο λειτουργεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα ή αστοχίες. Υπάρχουν — και αναγνωρίζονται. Αλλά η διαφορά είναι ότι αντιμετωπίζονται μέσα σε ένα πλαίσιο συντονισμού, όχι αποσπασματικά και υπό την πίεση μικροπολιτικών ισορροπιών. Και αυτό είναι ακριβώς που επιχειρεί να διαφυλάξει το Μαξίμου.
Το επόμενο διάστημα θα είναι κρίσιμο. Η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και, κυρίως, το συνέδριο της ΝΔ θα λειτουργήσουν ως βαρόμετρο για το εύρος και το βάθος της εσωτερικής γκρίνιας. Εκεί θα φανεί ποιοι θέλουν πραγματικά να συμβάλουν στη συνολική προσπάθεια και ποιοι επιλέγουν να επενδύσουν στην εσωστρέφεια.
Το πιθανότερο σενάριο, πάντως, είναι ότι η ένταση θα εκτονωθεί — όχι επειδή εξαφανίστηκαν οι διαφωνίες, αλλά επειδή θα καταστεί σαφές ότι δεν υπάρχει πολιτικός χώρος για παρατεταμένη εσωτερική σύγκρουση. Οι εκλογές του 2027 είναι ήδη στον ορίζοντα και κανείς δεν έχει την πολυτέλεια να υπονομεύσει μια κυβερνητική πορεία που, παρά τις δυσκολίες, παραμένει ισχυρή.
Σε τελική ανάλυση, η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ένα κόμμα διαμαρτυρίας. Είναι κόμμα εξουσίας. Και τα κόμματα εξουσίας κρίνονται από την ικανότητά τους να παράγουν αποτέλεσμα — όχι από το πόσο «θόρυβο» παράγουν εσωτερικά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης το γνωρίζει. Και κινείται αναλόγως: με ψυχραιμία, μεθοδικότητα και —όταν χρειάζεται— με σαφή όρια.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, η πολιτική δεν είναι άσκηση ισορροπιών για εσωτερική κατανάλωση. Είναι άσκηση ευθύνης απέναντι στους πολίτες. Και εκεί είναι που τελικά θα κριθούν όλοι.

