OFF THE RECORD: Άντε καλέ σιγά, κόβονται τα ρουσφέτια;
Η Δόμνα Μιχαηλίδου παρουσιάζει ενισχυμένα προγράμματα στέγασης και οικογένειας, με υψηλές επιδοτήσεις, διευρυμένα όρια και ισχυρή ανταπόκριση πολιτών.
Η υπουργός Κοινωνικής Συνοχής και Οικογενείας επενδύει σε δύο μέτωπα με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα: τη στέγη και τη στήριξη της οικογένειας. Και το κάνει με σαφή στόχευση – περισσότερα χρήματα, πιο ευέλικτα κριτήρια, πρακτικές λύσεις σε υπαρκτά προβλήματα.
Στο «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» η ποιοτική διαφοροποίηση είναι ξεκάθαρη: η ένταση της επιδότησης. Με ποσοστά που φτάνουν έως και το 95% και ανώτατο ποσό τις 36.000 ευρώ, το πρόγραμμα μετατρέπεται από συμπληρωματικό εργαλείο σε βασικό μοχλό ενεργοποίησης ακινήτων. Η στόχευση σε παλαιότερα ακίνητα –και όχι σε νεόδμητα– δεν είναι τυχαία. Είναι παρέμβαση ισορροπίας: αυξάνει την προσφορά χωρίς να φουσκώνει περαιτέρω τις τιμές.
Τα κριτήρια
Τα εισοδηματικά κριτήρια διευρύνονται με λογική κλιμάκωσης ανά παιδί, ενώ η ειδική μοριοδότηση για ευάλωτες κατηγορίες (μονογονεϊκές, πολύτεκνοι, ΑμεΑ) ενισχύει τον κοινωνικό χαρακτήρα του μέτρου. Πρόκειται για ένα μοντέλο που «πατάει» πάνω στα προηγούμενα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου», αλλά διορθώνει τις δυσλειτουργίες που είχαν καταγραφεί.
Την ίδια ώρα, το πρόγραμμα «Νταντάδες της Γειτονιάς» επιχειρεί να καλύψει ένα κενό που η αγορά και το κράτος δεν είχαν καλύψει επαρκώς: τη φροντίδα βρεφών. Το επίδομα των 500 ευρώ μηνιαίως λειτουργεί ως άμεση ενίσχυση για τη μητέρα, αλλά και ως εργαλείο τυποποίησης μιας άτυπης αγοράς εργασίας που μέχρι σήμερα λειτουργούσε σε μεγάλο βαθμό εκτός πλαισίου.
Εδώ υπάρχει μια κρίσιμη καινοτομία: η θεσμοθέτηση της «οικείας λύσης». Η γιαγιά ή ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης μπορεί να ενταχθεί στο σύστημα, με έλεγχο και ασφάλιση. Αυτό μεταφράζεται σε δύο πράγματα: ασφάλεια για την οικογένεια και επίσημη εργασία για την επιμελήτρια.
Η αρχική ανταπόκριση –30.000 επισκέψεις σε δύο 24ωρα– δείχνει ότι το εργαλείο αγγίζει πραγματική ανάγκη. Και αυτό συνδέεται άμεσα με τη δομική έλλειψη θέσεων σε βρεφικούς σταθμούς για ηλικίες έως 2,5 ετών. Μέχρι να καλυφθεί αυτό το κενό, το κράτος επιλέγει να επιδοτήσει τη λύση στο σπίτι.
Υπάρχει, ωστόσο, και μια πολιτική ανάγνωση: η στόχευση στο εισόδημα της μητέρας –και όχι του νοικοκυριού συνολικά– αλλάζει το πλαίσιο. Πρόκειται για σαφή επιλογή ενίσχυσης της γυναικείας απασχόλησης, ανεξάρτητα από το συνολικό οικογενειακό εισόδημα.
Συνολικά, η στρατηγική είναι εμφανής: ενεργοποίηση ανενεργού στεγαστικού αποθέματος και ταυτόχρονη στήριξη της οικογένειας με εργαλεία που έχουν άμεση εφαρμογή. Το στοίχημα, όπως πάντα, θα κριθεί στην υλοποίηση – δηλαδή στην ταχύτητα, στους ελέγχους και στην αποφυγή των γνωστών γραφειοκρατικών εμποδίων.

