Για τις Βρυξέλλες, η συμφωνία ΕΕ–Mercosur είναι μια στρατηγική επιλογή με καθαρό οικονομικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όμως –και ειδικά για χώρες με ισχυρό πρωτογενή τομέα όπως η Ελλάδα– το κρίσιμο ζητούμενο ήταν ένα: άνοιγμα αγορών χωρίς να τιναχτεί στον αέρα η εσωτερική παραγωγή. Και ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία της συμφωνίας, μακριά από εύκολα συνθήματα και καταστροφολογία.
Η Mercosur δεν είναι μια «ανεξέλεγκτη απελευθέρωση». Είναι μια συμφωνία με ρήτρες, ποσοστώσεις και μηχανισμούς παρέμβασης, που φέρουν ξεκάθαρη ευρωπαϊκή σφραγίδα. Οι λεγόμενοι «κόφτες» στις εισαγωγές και στις τιμές δεν μπήκαν τυχαία. Μπήκαν για να διασφαλιστεί ότι το άνοιγμα προς τη Λατινική Αμερική δεν θα γίνει εις βάρος των Ευρωπαίων αγροτών, αλλά ούτε και θα αφήσει τους καταναλωτές εκτεθειμένους σε στρεβλώσεις της αγοράς.
Το βοδινό κρέας είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Παρά τις ανησυχίες, οι εισαγωγές από χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή παραμένουν αυστηρά περιορισμένες, ενώ διατηρείται δασμός 7,5% και ενεργοποιείται αυτόματος μηχανισμός προστασίας αν υπάρξει πίεση στις τιμές. Το αποτέλεσμα; Σταθερότητα στην αγορά, χωρίς βίαιες ανατροπές και χωρίς να ακυρώνεται η ευρωπαϊκή παραγωγή.
Στρατηγικό άνοιγμα, όχι ρίσκο χωρίς όρους
Το ίδιο μοντέλο ισχύει και για άλλα κρίσιμα προϊόντα – χοιρινό, πουλερικά, αυγά, ζάχαρη. Οι ποσοστώσεις είναι μικρές σε σχέση με τη συνολική παραγωγή της ΕΕ, ακριβώς για να αποφευχθούν φαινόμενα «dumping» και απότομες πιέσεις στους παραγωγούς. Με απλά λόγια, η Ευρώπη ανοίγει την πόρτα, αλλά κρατά το κλειδί.
Αυτό το ισορροπημένο πλαίσιο δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το θέμα η ελληνική κυβέρνηση. Στηρίζει τη συμφωνία ως εργαλείο ανάπτυξης και εξωστρέφειας, χωρίς να αγνοεί τις εύλογες ανησυχίες του αγροτικού κόσμου. Άλλωστε, για την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι μόνο τι εισάγει, αλλά και τι μπορεί να εξάγει: μεταποιημένα τρόφιμα, ποιοτικά αγροτικά προϊόντα, ποτά και προϊόντα προστιθέμενης αξίας.
Παράλληλα, η Mercosur ανοίγει δρόμους πέρα από τον αγροτικό τομέα. Καφές, κακάο, πρώτες ύλες, αλλά και βιομηχανικά προϊόντα και καλλυντικά, μπαίνουν σε ένα καθεστώς χαμηλότερων δασμών. Οι μειώσεις τιμών δεν θα φανούν από τη μία μέρα στην άλλη – οι εφοδιαστικές αλυσίδες χρειάζονται χρόνο. Όμως, μακροπρόθεσμα, ο ανταγωνισμός και η ποικιλία λειτουργούν υπέρ του καταναλωτή.
Η μεγάλη εικόνα είναι σαφής: η Ευρώπη δεν μπορεί να παραμένει κλειστή σε έναν κόσμο που αλλάζει. Η Mercosur είναι ένα βήμα προσαρμογής, με όρους και δικλίδες ασφαλείας. Και η ελληνική κυβέρνηση κινείται σε αυτή τη γραμμή: στήριξη της ευρωπαϊκής στρατηγικής, προστασία της εγχώριας παραγωγής και αξιοποίηση των ευκαιριών για ανάπτυξη.
Όχι ιδεοληψίες, όχι κραυγές. Αλλά συμφωνίες με κανόνες, που κρίνεται αν θα αποδώσουν στην πράξη. Και εκεί, η Ελλάδα επιδιώκει να είναι από τις χώρες που θα βγουν κερδισμένες.





