Θετικό κλίμα, ειλικρινής συζήτηση και καθαρή αποτύπωση των διαφωνιών: αυτή είναι η αποτίμηση της ελληνικής πλευράς για τη συνάντηση Μητσοτάκη–Ερντογάν και το 6ο Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας στην Άγκυρα. Χωρίς υπερβολές και χωρίς θριαμβολογίες, η Αθήνα κρατά το ουσιαστικό: διατηρήθηκαν ανοιχτοί οι δίαυλοι, επιβεβαιώθηκε η δομημένη προσέγγιση των τριών πυλώνων (πολιτικός διάλογος, θετική ατζέντα, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης) και επαναβεβαιώθηκαν οι αδιαπραγμάτευτες εθνικές θέσεις.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσήλθε με σαφή στρατηγική: διάλογος με καλή πίστη, αλλά με σταθερή αναφορά στο Διεθνές Δίκαιο και ειδικά στο Δίκαιο της Θάλασσας. Το επανέλαβε ρητά: η μόνη διαφορά που μπορεί να αχθεί σε διεθνή δικαιοδοσία είναι η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Οτιδήποτε πέραν αυτού δεν εντάσσεται στην ελληνική ατζέντα.
Η εικόνα που περιγράφουν διπλωματικές πηγές και αναλυτές είναι αυτή μιας «δημιουργικής διπλωματίας» που απέφυγε τις παγίδες. Δεν υπήρξαν αιφνιδιασμοί, δεν υπήρξαν εκτροπές. Ακόμη και οι δημόσιες δηλώσεις, που συχνά μετατρέπονται σε πεδίο ρητορικής σύγκρουσης, κινήθηκαν σε προσεκτικό πλαίσιο. Ο Τούρκος πρόεδρος διάβασε προετοιμασμένο κείμενο, επιλογή που αποτυπώνει προσυνεννόηση και πρόθεση αποφυγής έντασης.
Διάλογος με όρια: το casus belli και η μειονότητα
Εκεί όπου έπρεπε, ο Πρωθυπουργός ήταν απολύτως σαφής. Επανέφερε –έμμεσα αλλά καθαρά– το ζήτημα του casus belli, υπογραμμίζοντας ότι είναι καιρός να αρθεί κάθε απειλή, τυπική ή ουσιαστική, στις διμερείς σχέσεις. Το μήνυμα ήταν διπλό: προς την Άγκυρα, ότι η απειλή πολέμου δεν μπορεί να συνυπάρχει με ευρωπαϊκές φιλοδοξίες· και προς το εσωτερικό, ότι ο διάλογος δεν συνεπάγεται σιωπή απέναντι σε θεμελιώδη ζητήματα.
Στο θέμα της μειονότητας, η απάντηση ήταν θεσμικά άψογη και πολιτικά καθαρή. Όταν ο κ. Ερντογάν μίλησε για «τουρκική μειονότητα» στη Δυτική Θράκη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντέταξε τη Συνθήκη της Λωζάννης: θρησκευτική μειονότητα, με πλήρη ισονομία και ισοπολιτεία. Και ταυτόχρονα, άνοιξε τον ορίζοντα προς μια πιο ώριμη προσέγγιση: οι μειονότητες να λειτουργούν ως γέφυρες φιλίας, όχι ως εργαλεία πίεσης.
Η αναφορά στο Κυπριακό, με χαιρετισμό στις πρωτοβουλίες του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, επανέφερε το θέμα στη διεθνή του διάσταση. Το γεγονός ότι ο Τούρκος πρόεδρος δεν επανέλαβε σκληρή ρητορική για δύο κράτη δεν περνά απαρατήρητο. Δεν συνιστά μεταστροφή, αλλά δείχνει ότι η συγκυρία επιβάλλει χαμηλότερους τόνους.
Θετική ατζέντα με μετρήσιμα αποτελέσματα
Πέρα από τα δύσκολα, υπήρξε και ουσία. Ο στόχος για διμερές εμπόριο 10 δισ. ευρώ επιβεβαιώθηκε. Συμφωνήθηκε η συνέχιση συνεργασίας για διασυνοριακές υποδομές, η αξιολόγηση ευκαιριών στην ενέργεια –ιδίως στην ηλεκτρική διασύνδεση και τις ΑΠΕ– και η ενίσχυση της συνεργασίας στην ετοιμότητα έναντι σεισμών.
Τα επτά κείμενα που υπεγράφησαν δεν είναι διακοσμητικά. Από τη συνεργασία Enterprise Greece – Invest in Turkiye έως την έρευνα και τεχνολογία και τη δρομολόγηση ακτοπλοϊκής σύνδεσης Θεσσαλονίκης–Σμύρνης, αποτυπώνεται μια προσπάθεια θεσμικής κανονικοποίησης των σχέσεων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η συνεργασία στο Μεταναστευτικό. Οι ροές στο Ανατολικό Αιγαίο έχουν μειωθεί κατά σχεδόν 60% τον τελευταίο χρόνο, αποτέλεσμα συντονισμού και φύλαξης συνόρων. Το τραγικό ναυάγιο στη Χίο υπενθύμισε ότι η μάχη κατά των διακινητών είναι κοινή ευθύνη. Εδώ, η Αθήνα δεν χαρίζεται: ζητά συνέπεια και πράξεις.
Παράλληλα, το πρόγραμμα προσωρινής θεώρησης για Τούρκους επισκέπτες σε 12 νησιά του Ανατολικού Αιγαίου ενισχύει την κοινωνική επαφή. Εκατοντάδες χιλιάδες επισκέψεις δημιουργούν πλέγμα αλληλεξάρτησης που λειτουργεί αποτρεπτικά σε κρίσεις.
Το γεωπολιτικό περιβάλλον –με ρευστότητα στη Μέση Ανατολή, πόλεμο στην Ουκρανία και αναταράξεις στη σχέση ΗΠΑ–Ευρώπης– επιβάλλει νηφαλιότητα. Το κοινό μήνυμα περί περιφερειακής σταθερότητας απευθύνεται και προς τρίτους: η Αθήνα και η Άγκυρα μπορούν να συνομιλούν απευθείας, χωρίς διαμεσολαβητές.
Το πολιτικό συμπέρασμα για την κυβέρνηση είναι σαφές. Η στρατηγική επιλογή του 2023 για δομημένο διάλογο αποδίδει: μειώθηκαν οι εντάσεις, αποφεύχθηκαν κρίσεις, οικοδομήθηκε στοιχειώδης εμπιστοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι «ακανθώδεις» διαφορές εξαφανίστηκαν. Σημαίνει όμως ότι η Ελλάδα τις διαχειρίζεται από θέση σταθερότητας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επεδίωξε φωτογραφίες εντυπωσιασμού. Επέλεξε μια προσέγγιση χαμηλών τόνων αλλά υψηλής θεσμικής ακρίβειας. Σε μια εποχή εύκολης ρητορικής και εσωτερικής κατανάλωσης, η επιμονή στο Διεθνές Δίκαιο και στις κόκκινες γραμμές αποτελεί πολιτικό κεφάλαιο.
Το στοίχημα παραμένει ανοιχτό: να διατηρηθεί το καλό κλίμα χωρίς να θολώσουν τα όρια. Αν ο δίαυλος παραμείνει ενεργός και οι απειλές αποσυρθούν, τότε η συνάντηση της Άγκυρας θα έχει προσθέσει ένα ακόμη βήμα σε μια δύσκολη αλλά αναγκαία πορεία. Για την κυβέρνηση, αυτό δεν είναι επικοινωνιακή επιτυχία. Είναι στρατηγική επιλογή με ορίζοντα τη σταθερότητα.





