Το παρασκήνιο γύρω από τις αγροτικές κινητοποιήσεις αποκαλύπτει, μέρα με τη μέρα, ότι το πρόβλημα δεν είναι ο διάλογος, αλλά η άρνησή του. Η τοποθέτηση του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη ήρθε απλώς να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, χωρίς περιστροφές και χωρίς πολιτική υποκρισία: μια μειοψηφία αγροτοσυνδικαλιστών λειτουργεί ως κομματικός μηχανισμός, δυναμιτίζοντας συστηματικά κάθε προσπάθεια συνεννόησης με τον πρωθυπουργό.
Η κυβέρνηση άνοιξε τον δρόμο του διαλόγου από την πρώτη στιγμή. Αντιμετώπισε πραγματικά προβλήματα, όπως τις καθυστερήσεις πληρωμών, διοχετεύοντας 3,8 δισ. ευρώ, έβαλε τάξη στο χάος του ΟΠΕΚΕΠΕ –ένα χάος που κόστισε στη χώρα 3,2 δισ. ευρώ σε πρόστιμα–, εξασφάλισε το φθηνότερο αγροτικό ρεύμα στην Ευρώπη και αποδέχθηκε το αίτημα για επιστροφή του ΕΦΚ στην αντλία. Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι επέλεξαν να απαντήσουν όχι με προτάσεις, αλλά με κλειστούς δρόμους, τελεσίγραφα και σκηνοθετημένες εντάσεις.
Δεν είναι τυχαίο ότι, όσο πλησίαζε η ώρα της συνάντησης στο Μαξίμου, τα προσκόμματα πολλαπλασιάζονταν. Από τη σύνθεση της 20μελούς επιτροπής μέχρι την απαίτηση να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι με τον πρωθυπουργό πρόσωπα που ελέγχονται για υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ ή έχουν καταγραφεί να σπάνε αστυνομικά οχήματα. Εκεί, όμως, μπήκε καθαρή κόκκινη γραμμή. Διάλογος ναι, εκβιασμός όχι.
Ο νόμος, ο διάλογος και το τέλος της «επαναστατικής γυμναστικής»
Η δήλωση Μαρινάκη ότι «το να κόβεις την Ελλάδα είναι παράνομο» δεν ήταν απειλή, αλλά υπενθύμιση του αυτονόητου. Για δεκαετίες, η χώρα συνήθισε να ανέχεται πρακτικές που παρέλυαν την οικονομία στο όνομα ενός δήθεν αγώνα. Το 2026, όμως, δεν είναι ούτε 1996 ούτε 2006. Η κοινωνία δεν χειροκροτεί πλέον τη λογική του μπλόκου για το μπλόκο, ούτε συγκινείται από γενικές συνελεύσεις που καταλήγουν σε κλείσιμο εθνικών οδών.
Το παρασκήνιο δείχνει ότι η κυβέρνηση ήταν ακόμη και πιο ευέλικτη απ’ όσο της αναγνωρίζεται. Συζήτησε αύξηση του αριθμού των συμμετεχόντων στη συνάντηση, άκουσε προτάσεις, περίμενε. Αυτό που δεν δέχθηκε ήταν το «όλοι ή κανένας», με λίστες 35 ατόμων και λογικές επίδειξης δύναμης. Και όταν το παιχνίδι χάθηκε στο επίπεδο της ουσίας, κάποιοι επένδυσαν ξανά στην ένταση.
Το plan B είναι πλέον ξεκάθαρο: εφαρμογή του νόμου χωρίς ακρότητες, αλλά και χωρίς εκπτώσεις. Διοικητικές κυρώσεις βάσει ΚΟΚ, δικογραφίες για παρακώλυση συγκοινωνιών και πλήρης έκθεση όσων χρησιμοποιούν τον αγροτικό κόσμο ως όχημα κομματικών επιδιώξεων. Γιατί στο τέλος της ημέρας, όπως σωστά ειπώθηκε, αυτός που δεν έρχεται να συναντήσει, μάλλον δεν έχει επιχειρήματα. Και αυτό το καταλαβαίνουν πλέον όχι μόνο στο Μαξίμου, αλλά και οι ίδιοι οι αγρότες.





