Σε μια περίοδο όπου η ταχύτητα των social media συχνά υπερισχύει της αλήθειας, η δημόσια παρέμβαση του Παύλου Μαρινάκη για τα εργατικά δυστυχήματα λειτουργεί ως αναγκαίο φρένο στην οργανωμένη παραπληροφόρηση. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν επιχείρησε να υποβαθμίσει καμία απώλεια ζωής· αντίθετα, ξεκαθάρισε ότι ακόμη και ένας θάνατος είναι λόγος εγρήγορσης. Εκεί που ύψωσε ανάστημα ήταν απέναντι στην ωμή εργαλειοποίηση της τραγωδίας.
Τα στοιχεία που επικαλέστηκε από την Επιθεώρηση Εργασίας –μια ανεξάρτητη αρχή που λειτουργεί με ευρωπαϊκούς κανόνες– διαλύουν το αφήγημα περί «201 νεκρών» το 2025. Η πραγματικότητα είναι σαφής: τα τελευταία χρόνια οι θάνατοι από εργατικά δυστυχήματα κινούνται σε σαφώς χαμηλότερα επίπεδα, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις χώρες με τις λιγότερες απώλειες. Η απόπειρα τετραπλασιασμού των αριθμών δεν είναι λάθος· είναι συνειδητή παραπλάνηση.
Ο Μαρινάκης έθεσε το ζήτημα στη σωστή του διάσταση: υπάρχει μια νέα γενιά «εμπόρων αγανάκτησης» που χτίζει πολιτική και ψηφιακή καριέρα πάνω σε πένθος, με δήθεν αποκαλύψεις, βίντεο αμφίβολης προέλευσης και κραυγές χωρίς τεκμηρίωση. Αυτό δεν είναι ευαισθησία· είναι κυνισμός.
Το ίδιο καθαρό μήνυμα έστειλε και στο μέτωπο της εξωτερικής πολιτικής. Τα ελληνοτουρκικά, η άμυνα και η ΑΟΖ δεν είναι πεδίο για viral σχολιασμό και αυτοανακηρυγμένους «σωτήρες». Είναι σοβαρή κρατική υπόθεση, που απαιτεί γνώση, θεσμική συνέχεια και υπευθυνότητα – στοιχεία που, όπως υπενθύμισε, έχουν ήδη αποδώσει με συμφωνίες και εξοπλιστικά που μεγάλωσαν τη χώρα.
Σε μια δημοκρατία, η κριτική είναι αναγκαία. Όταν όμως μετατρέπεται σε συνειδητό ψέμα πάνω σε τραγωδίες, τότε δεν υπηρετεί την κοινωνία. Τη δηλητηριάζει. Και αυτή τη γραμμή ο Παύλος Μαρινάκης φρόντισε να τη χαράξει ξεκάθαρα.





