Η συζήτηση που άνοιξε μετά την πρόσφατη κακοκαιρία θα μπορούσε εύκολα να διολισθήσει, για ακόμη μία φορά, σε έναν γνώριμο κύκλο καταγγελίας, γενικολογίας και πολιτικής εκμετάλλευσης. Όμως η παρέμβαση του Παύλου Μαρινάκη έβαλε τα πράγματα σε μια πιο δύσκολη αλλά αναγκαία βάση: αυτή της πραγματικότητας και της ευθύνης.
Η πολιτική προστασία στην Ελλάδα δεν είναι πια μια αφηρημένη έννοια γραμμένη σε νόμους που δεν εφαρμόζονται. Δεν είναι «υπηρεσία-σφραγίδα», ούτε μηχανισμός που ενεργοποιείται εκ των υστέρων για να μοιράσει δικαιολογίες. Είναι ένας επιχειρησιακός βραχίονας που λειτουργεί, προειδοποιεί, συντονίζει και –το κυριότερο– σώζει ζωές. Το 112, τα σχέδια εκκένωσης, η διαρκής ενημέρωση των πολιτών και η προβλεψιμότητα στην αντίδραση του κράτους δεν είναι θεωρητικές ασκήσεις. Είναι μετρήσιμα αποτελέσματα.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν επιχείρησε να ωραιοποιήσει την κατάσταση. Αντίθετα, αναγνώρισε ότι «εχθρός του καλού είναι το καλύτερο» και ότι σε μια χώρα με γεωγραφικές ιδιαιτερότητες και ακραία φαινόμενα, οι δύσκολες στιγμές δεν θα εκλείψουν. Όμως άλλο η ειλικρινής παραδοχή και άλλο η ισοπεδωτική κριτική που αγνοεί την πρόοδο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ευθύτητα με την οποία τέθηκε το ζήτημα των αυθαιρέτων. Για δεκαετίες, το πρόβλημα χτιζόταν – κυριολεκτικά – με την ανοχή του πολιτικού συστήματος, της τοπικής αυτοδιοίκησης και της διοίκησης. Δεν μπορεί σήμερα να εμφανίζονται όλοι αιφνιδιασμένοι. Η συζήτηση για την ασφάλεια, τις υποδομές και τη νομιμότητα δεν είναι ιδεολογική. Είναι υπαρξιακή.
Το μήνυμα Μαρινάκη είναι σαφές: το κράτος οφείλει να προστατεύει, αλλά και η κοινωνία να πάψει να κρύβεται πίσω από εύκολες αφηγήσεις. Η πολιτική προστασία, πλέον, δεν είναι θεωρία. Είναι πράξη – και κρίνεται καθημερινά.





