Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος βάζει τέλος στο αφήγημα της «δήθεν επαναστάτριας», καταγγέλλοντας χυδαιότητα, πολιτική εκμετάλλευση και υποκρισία.
Ο Παύλος Μαρινάκης δεν μάσησε τα λόγια του και έκανε αυτό που αποφεύγουν πολλοί: είπε ανοιχτά αυτό που βλέπουν όλοι. Ότι η Ζωή Κωνσταντοπούλου δεν κάνει πολιτική αντιπαράθεση, αλλά επενδύει στη χυδαιότητα και στην προσωπική προσβολή. Το να αποκαλείς «κηφήνες» και «δολοφόνους» εκλεγμένους βουλευτές δεν είναι πολιτικός λόγος – είναι συνειδητή επιλογή πόλωσης και τοξικότητας.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ξεγύμνωσε το αφήγημα της «αντισυστημικής αγωνίστριας». Πίσω από το προσωπείο της δήθεν επαναστάτριας, όπως σημείωσε, κρύβεται μια πολιτική πρακτική που επενδύει στον θυμό, στον πόνο και στην υπερβολή. Όταν η πολιτική γίνεται καριέρα πάνω στις τραγωδίες και στις κραυγές, τότε δεν μιλάμε για θεσμική κριτική αλλά για κυνικό υπολογισμό.
Η αναφορά του Μαρινάκη στο «κίνημα των τυμβωρύχων» δεν ήταν τυχαία. Περιγράφει ένα μοτίβο: εργαλειοποίηση τραγωδιών, δραματοποίηση κάθε γεγονότος, καταγγελίες χωρίς όρια. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα, όπως σωστά τόνισε, δεν είναι μόνο η ίδια η ρητορική, αλλά όσοι την «ξεπλένουν» πολιτικά, βαφτίζοντας ακραίες λογικές ως δήθεν προοδευτική στάση.
Την ώρα που η κυβέρνηση επιμένει στη θεσμική σοβαρότητα και στη σαφή διάκριση πολιτικής αντιπαράθεσης από προσωπική στοχοποίηση, η Κωνσταντοπούλου επιλέγει τον δρόμο της σύγκρουσης χωρίς όρια. Η παρέμβαση Μαρινάκη ήταν σαφής: η δημοκρατία δεν προστατεύεται με κραυγές και ύβρεις, αλλά με ευθύνη και θεσμικότητα. Και αυτό είναι κάτι που ορισμένοι επιμένουν να αγνοούν.





