Μετωπική παρέμβαση στο διαρκές πεδίο της ιστορικής μνήμης έκανε η Αφροδίτη Λατινοπούλου, με αφορμή τις φωτογραφίες των 200 εκτελεσθέντων στην Σκοπευτήριο Καισαριανής. Και το μήνυμά της ήταν σαφές: τιμή σε όσους θυσιάστηκαν για την πατρίδα, αλλά χωρίς ιδεολογικά φίλτρα και χωρίς επιλεκτική ευαισθησία.
Μιλώντας στο Action 24, η πρόεδρος της Φωνή Λογικής δεν αμφισβήτησε τη θυσία όσων εκτελέστηκαν, ούτε την ανάγκη σεβασμού στα ιστορικά αρχεία. Αντιθέτως, ζήτησε να διασφαλιστεί η γνησιότητά τους και να ανήκουν θεσμικά στο ελληνικό κράτος. Η τοποθέτηση αυτή δεν ήταν άρνηση μνήμης· ήταν απαίτηση θεσμικής τάξης.
Το κρίσιμο όμως σημείο της παρέμβασής της ήταν αλλού: στην άρνηση να συνεχιστεί η –κατά την ίδια– μονομερής ανάγνωση της Ιστορίας. «Όσοι πολέμησαν για την ελευθερία δεν τους ξεχωρίζω», είπε, τονίζοντας ότι οι διαχωρισμοί τύπου «δεξιοί–αριστεροί» συντηρούν εμφυλιοπολεμικά αντανακλαστικά δεκαετιών. Η αναφορά της στο «ένδοξο ΌΧΙ» του Ιωάννης Μεταξάς εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική: αναγνώριση ιστορικών γεγονότων χωρίς ιδεολογική λογοκρισία.
Η Λατινοπούλου έβαλε στο τραπέζι και ένα ακόμη ταμπού: τα εγκλήματα που αποδίδονται σε κομμουνιστικές οργανώσεις κατά την ταραγμένη περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Επικαλέστηκε, μάλιστα, το ζήτημα του «παιδομαζώματος», υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχει επιλεκτική μνήμη. Είτε τιμούμε όλους όσοι αγωνίστηκαν για την Ελλάδα είτε αποδεχόμαστε ότι η Ιστορία έχει και σκοτεινές σελίδες σε όλες τις παρατάξεις.
Η παρέμβασή της δεν είναι ουδέτερη· είναι πολιτικά φορτισμένη και στοχευμένη. Απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που θεωρεί ότι η μεταπολιτευτική αφήγηση έχει γείρει δυσανάλογα προς μία κατεύθυνση. Το βασικό της επιχείρημα; Ότι η δημόσια τιμή δεν μπορεί να λειτουργεί επιλεκτικά και ότι η «μονόπλευρη ευαισθησία» διαιωνίζει διχασμούς αντί να τους κλείνει.
Σε μια εποχή όπου η Ιστορία συχνά εργαλειοποιείται για μικροκομματικά οφέλη, η Αφροδίτη Λατινοπούλου επιλέγει να συγκρουστεί με αυτό που θεωρεί κυρίαρχη αφήγηση. Υπέρ ή κατά, η συζήτηση που άνοιξε δεν είναι επιφανειακή. Αγγίζει τον πυρήνα του πώς μια κοινωνία θυμάται, τιμά και –κυρίως– πώς συμφιλιώνεται με το παρελθόν της.





