Η σφοδρή αντίδραση των δικαστών εκθέτει τη στάση Κωνσταντοπούλου, με αιχμές για θεσμική εκτροπή και υπονόμευση της δικαστικής διαδικασίας.
Σε ανοιχτή σύγκρουση με τη Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων βρίσκεται η Ζωή Κωνσταντοπούλου, μετά τη σκληρή ανακοίνωση που καταγγέλλει μετατροπή της δικαστικής αίθουσας σε «αρένα». Πίσω από τη θεσμική γλώσσα, η ουσία είναι πιο αιχμηρή: η Δικαιοσύνη προειδοποιεί ότι όταν η προσωπική στρατηγική υπερισχύει της διαδικασίας, το κόστος δεν είναι πολιτικό – είναι θεσμικό.
Η τελευταία παρέμβαση της Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνειών. Όταν οι ίδιοι οι λειτουργοί της Δικαιοσύνης μιλούν για «καθημερινή αρένα» και για συμπεριφορές που «εμποδίζουν την αναζήτηση της αλήθειας», το πρόβλημα έχει ήδη ξεπεράσει τα όρια μιας έντονης δικαστικής αντιπαράθεσης.
Όταν η ένταση γίνεται αυτοσκοπός
Στο επίκεντρο βρίσκεται η στάση της Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία φαίνεται να αντιμετωπίζει τη διαδικασία όχι ως θεσμικό πεδίο με κανόνες, αλλά ως χώρο σύγκρουσης υψηλής έντασης. Μόνο που η διαφορά είναι κρίσιμη: στο δικαστήριο, η ένταση δεν είναι εργαλείο εντυπώσεων – είναι παράγοντας αποσταθεροποίησης.
Η επιλογή της συνεχούς κλιμάκωσης δημιουργεί ένα παράδοξο. Ενώ προβάλλεται ως υπεράσπιση της αλήθειας, στην πράξη –όπως καταγγέλλεται– παράγει το αντίθετο αποτέλεσμα: θόρυβο, σύγχυση και τελικά υπονόμευση της ίδιας της διαδικασίας που υποτίθεται ότι υπηρετεί.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι η κριτική δεν περιορίζεται πλέον σε πολιτικούς αντιπάλους. Προέρχεται από το ίδιο το δικαστικό σώμα, το οποίο μιλά για «πρωτόγνωρη συμπεριφορά» και για πρακτικές που ξεφεύγουν από κάθε έννοια μέτρου. Όταν η θεσμική ανοχή εξαντλείται, το μήνυμα είναι σαφές: η γραμμή έχει ήδη ξεπεραστεί.
Η μετατροπή της δικαστικής αίθουσας σε σκηνή προσωπικής αντιπαράθεσης μπορεί να εξυπηρετεί επικοινωνιακά, αλλά δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο. Γιατί σε μια δημοκρατία, η Δικαιοσύνη δεν είναι πεδίο πολιτικής καριέρας – είναι ο μηχανισμός που οφείλει να λειτουργεί ανεπηρέαστος από αυτήν.
Και τελικά, το ερώτημα που αναδύεται είναι απλό αλλά κρίσιμο: όταν η ένταση γίνεται αυτοσκοπός, ποιος υπερασπίζεται πραγματικά τη Δικαιοσύνη – και ποιος τη χρησιμοποιεί;





