Κόμμα Καρυστιανού: Από το αντισυστημικό αφήγημα στη θολή πολιτική «ομπρέλα»

Η Μαρία Καρυστιανού επιχειρεί να μετατρέψει την κοινωνική οργή των Τεμπών σε πολιτικό φορέα με ασαφές ιδεολογικό στίγμα και επικίνδυνες ισορροπίες.

Η επίσημη είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού στην πολιτική σκηνή, με την προετοιμασία ίδρυσης νέου κόμματος και την κινητοποίηση υποστηρικτών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλάζει τα δεδομένα στον κατακερματισμένο χώρο της αντισυστημικής ψήφου. Το εγχείρημα της πρώην προέδρου του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων των Τεμπών επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει την κοινωνική οργή, τη δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα και το έντονο συναισθηματικό φορτίο της τραγωδίας. Ωστόσο, πίσω από τα συνθήματα περί «ελπίδας», «δικαιοσύνης» και «νέου μοντέλου πολιτικής», αρχίζουν να διακρίνονται σοβαρές αντιφάσεις, αμφιλεγόμενα πρόσωπα και μια πολιτική ταυτότητα που μοιάζει περισσότερο με άθροισμα ετερόκλητων διαθέσεων παρά με συγκροτημένη πρόταση διακυβέρνησης.

Έμφαση στο συναίσθημα

Η εικόνα που εκπέμπει το νέο κόμμα είναι εκείνη μιας πολιτικής κατασκευής που επενδύει πρωτίστως στο συναίσθημα και λιγότερο στη θεσμική σοβαρότητα. Η επίκληση της «αμεσοδημοκρατίας», τα δημοψηφίσματα για τα πάντα και η προσπάθεια υπέρβασης του άξονα «Αριστερά – Δεξιά» ακούγονται ελκυστικά σε ένα ακροατήριο απογοητευμένο από το υπάρχον πολιτικό σύστημα, αλλά ιστορικά τέτοιες προσεγγίσεις συχνά καταλήγουν σε πολιτική ασάφεια και προσωποκεντρικά μορφώματα χωρίς σταθερή πυξίδα. Όταν το βασικό συνεκτικό στοιχείο είναι η οργή, το ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν έρθει η ώρα των συγκεκριμένων απαντήσεων.

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η σύνθεση του στενού πυρήνα προσώπων που περιβάλλουν τη Μαρία Καρυστιανού. Η παρουσία ανθρώπων με έντονο φιλορωσικό αποτύπωμα, θεωρίες συνωμοσιολογικού χαρακτήρα ή πολιτικές διαδρομές από εντελώς διαφορετικούς ιδεολογικούς χώρους δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον πραγματικό προσανατολισμό του εγχειρήματος. Η προσπάθεια να χωρέσουν όλοι κάτω από μια «αντισυστημική ομπρέλα» μπορεί επικοινωνιακά να δίνει δυναμική, αλλά πολιτικά εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους αστάθειας και εσωτερικών αντιφάσεων.

Την ίδια στιγμή, η «σκηνοθεσία» των αποκαλυπτηρίων στη Θεσσαλονίκη δείχνει ότι το νέο κόμμα δίνει τεράστια έμφαση στην εικόνα, στους συμβολισμούς και στη συναισθηματική κινητοποίηση. Οι μουσικές Θεοδωράκη, το περιστέρι της «ελπίδας», οι μεγάλες οθόνες, οι αναφορές στους Έλληνες του εξωτερικού και η αποφυγή παραδοσιακών κομματικών χαρακτηριστικών συνθέτουν μια carefully designed πολιτική παράσταση. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το συναίσθημα ή την ατμόσφαιρα μιας πρεμιέρας. Κρίνεται από την ικανότητα ενός φορέα να απαντά πειστικά για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, τη μετανάστευση, την ασφάλεια και τη λειτουργία των θεσμών.

Το μεγαλύτερο στοίχημα για την Καρυστιανού δεν είναι να συγκεντρώσει υπογραφές ή να γεμίσει το Ολύμπιον. Είναι να αποδείξει ότι το κόμμα της δεν αποτελεί ένα ακόμα προσωποπαγές κύμα διαμαρτυρίας που θα φουσκώσει μέσα στην κοινωνική δυσαρέσκεια και θα ξεφουσκώσει όταν συγκρουστεί με την πραγματικότητα. Γιατί η Ιστορία της μεταπολίτευσης είναι γεμάτη από «κινήματα ελπίδας» που υποσχέθηκαν πολιτική αναγέννηση και τελικά εγκλωβίστηκαν στις ίδιες παθογένειες που κατήγγειλαν.