Η παγίδα με το κοντέρ του αυτοκινήτου: Γιατί οι λανθασμένοι υπολογισμοί φέρνουν τσουχτερά πρόστιμα

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην ένδειξη του ταχυμέτρου και την πραγματική ταχύτητα κίνησης ενός αυτοκινήτου αποτελεί μια από τις πιο συχνές παρανοήσεις των οδηγών στους ελληνικούς δρόμους. Πολλοί οδηγοί επιχειρούν να εκμεταλλευτούν αυτή τη διαφορά ως άτυπο «περιθώριο ανοχής» για να κινηθούν ταχύτερα, με αποτέλεσμα να πέφτουν στην παγίδα των ραντάρ και να έρχονται αντιμέτωποι με βαριές κυρώσεις. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόνο στη Θεσσαλονίκη, η Τροχαία κατέγραψε 13.462 παραβάσεις ταχύτητας μέσα σε διάστημα μόλις τριών μηνών.

Τι ορίζει ο κανονισμός UN/ECE R39 για τις ενδείξεις των οχημάτων

Σύμφωνα με τον διεθνή κανονισμό UN/ECE R39, το ταχύμετρο ενός οχήματος απαγορεύεται αυστηρά να δείχνει ταχύτητα μικρότερη από την πραγματική. Αντίθετα, επιτρέπεται μια απόκλιση προς τα πάνω, η οποία κατά τις δοκιμές έγκρισης τύπου μπορεί να φτάσει έως και το 10% της πραγματικής ταχύτητας συν 4 χλμ./ώρα. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι όταν ένα όχημα κινείται με 100 χλμ./ώρα, το κοντέρ επιτρέπεται να δείχνει μέχρι και 114 χλμ./ώρα.

Ωστόσο, το νούμερο αυτό συνιστά το ανώτατο θεωρητικό περιθώριο και όχι μια σταθερή, δεδομένη απόκλιση για κάθε αυτοκίνητο. Η συνήθης νοοτροπία «αφαιρώ δέκα χιλιόμετρα γιατί το κοντέρ κλέβει» εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους. Εάν, για παράδειγμα, σε δρόμο με όριο τα 80 χλμ./ώρα ο οδηγός κινείται με ένδειξη 90 θεωρώντας ότι βρίσκεται εντός ορίου, αλλά η πραγματική απόκλιση του οχήματος είναι μόλις 2 χλμ./ώρα, τότε κινείται με 88 χλμ./ώρα, έχοντας ήδη διαπράξει παράβαση. Επιπλέον, παράγοντες όπως οι μη εγκεκριμένες διαστάσεις ελαστικών ή τεχνικές δυσλειτουργίες μεταβάλλουν περαιτέρω τις μετρήσεις.

Το ραντάρ της Τροχαίας και οι αυστηρές ποινές του ΚΟΚ

Οι συσκευές ελέγχου ταχύτητας της Ελληνικής Αστυνομίας καταγράφουν την πραγματική ταχύτητα κίνησης του αυτοκινήτου και δεν συνδέονται με τις υποκειμενικές εκτιμήσεις του οδηγού. Οι διατάξεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) είναι σαφείς και κλιμακωτές:

  • Υπέρβαση έως 20 χλμ./ώρα: Διοικητικό πρόστιμο 150 ευρώ.
  • Υπέρβαση από 20 έως 30 χλμ./ώρα: Πρόστιμο 150 ευρώ και αφαίρεση της άδειας οδήγησης για 20 ημέρες.
  • Υπέρβαση από 30 έως 50 χλμ./ώρα: Πρόστιμο 350 ευρώ και αφαίρεση διπλώματος για 30 ημέρες.
  • Υπέρβαση άνω των 50 χλμ./ώρα: Πρόστιμο 700 ευρώ και αφαίρεση άδειας για 60 ημέρες.

Παράλληλα, ισχύουν ειδικά όρια ταχύτητας ανά τύπο δικτύου: υπέρβαση των 150 χλμ./ώρα σε αυτοκινητόδρομο, των 130 σε οδό ταχείας κυκλοφορίας και των 120 στο υπόλοιπο οδικό δίκτυο επιφέρει πρόστιμο 350 ευρώ και στέρηση διπλώματος για 30 ημέρες. Για ακραίες παραβάσεις, όπου η ταχύτητα ξεπερνά τα 200 χλμ./ώρα, το πρόστιμο εκτοξεύεται στα 2.000 ευρώ συνοδευόμενο από αφαίρεση του διπλώματος για έναν ολόκληρο χρόνο.

Η ασφάλεια πάνω από τα θεωρητικά όρια

Η ασφαλής οδήγηση απαιτεί πιστή τήρηση των ορίων με βάση την ένδειξη του οργάνου και συνεχή προσαρμογή στις εκάστοτε κυκλοφοριακές συνθήκες. Η αναζήτηση «ανοχών» και περιθωρίων πριν από τη μέτρηση του ραντάρ αποτελεί μια επισφαλή τακτική, η οποία, πέρα από το οικονομικό κόστος των προστίμων, μειώνει δραστικά τον χρόνο αντίδρασης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

ThePostPolitics Newsroom
ThePostPolitics Newsroom